Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

H Τέφρα της - Ιάκωβος Γερακόπουλος


Α.
Με φωνάζουν Χάρη, από το Χαρίλαος, όχι από το Χαράλαμπος.

Β. 

Έχει ξημερώσει, δεν κοιμήθηκα πάλι, εκείνη πονούσε και αναστέναζε, τα ηρεμιστικά δεν κάνουν δουλειά πλέον, κι όσο για το χόρτο που μου πρότειναν μερικοί φίλοι απλά το πίνω εγώ. Μεταξύ αναστεναγμών και απάθειας βγαίνουν από τα χείλη της παρακάλια. Μου ζητάει τα ίδια εδώ και μέρες και απαντάω  πάντα με ένα όχι. Αρχικά τρυφερά μα τώρα πλέον με ένα κοφτό και επιθετικό όχι, με ένα ουρλιαχτό και κάποιες φορές με μια αργόσυρτη και κουρασμένη άρνηση. Ένα αργόσυρτο Όχι, ένα σκοτεινό όχι γεμάτο απάθεια.

Της μένουν ίσως μερικές βδομάδες, στην καλύτερη περίπτωση μήνες. Μήνες αργού θανάτου. Στο τέλος δεν θα με αναγνωρίζει πια και θα έχει μείνει μονάχα ο πόνος. Ο όγκος θα  κάνει ασυγκράτητα μετάσταση σε όλο το σώμα πριν την σκοτώσει. Αλλά και πριν από το τέλος θα μου την έχει πάρει με άλλο, χειρότερο τρόπο. Στο νοσοκομείο δεν έχουν θέση. Ο γιατρός μου το πε. <<Δεν έχουμε θέση για ανίατες περιπτώσεις, δεν έχουμε ούτε για τους υπόλοιπους. Έτσι την έχω σπίτι και κάνω ότι μπορώ για να διαχειριστώ την παρακμή της.

Κοιτάζω τον καθρέφτη. Πόσο άλλαξα, κάτω από τα μάτια υπάρχουν τεράστια σκοτεινά μισοφέγγαρα, το πρόσωπο μου είναι καλυμμένο από ένα σκληρό και απεριποίητο πυκνό γένι. Κάνω ένα μπάνιο και ξυρίζομαι. Ζήτησα  και  άλλη άδεια από την δουλειά. Άνευ αποδοχών, τι με νοιάζει. Ξυρίζομαι ,το ξυράφι είναι παλιό και δεν έχω να το αλλάξω και έτσι κατακόβομαι. Πάω στο δωμάτιο και βάζω το κοστούμι. Το φόρεσα μονάχα στον γάμο και στη ορκωμοσία.

Ξυπνά, αν κοιμόταν ποτέ.

-Είσαι όμορφος.
-Ναι.

Χαμογελάει. Τα γυάλινα μάτια της ζωντανεύουν ,το ξερακιανό σώμα της με το φαλακρό κρανίο είναι ξαφνικά γεμάτο ενέργεια. Την φιλώ ,βαθιά ,με γλώσσα, με πάθος. Την κοιτάζω και μετά τα χέρια μου σφίγγουν τον λαιμό της. Δεν αντιστέκεται. Μέσα σε λίγη ώρα όλα έχουν τελειώσει. Δεν είναι πια εδώ. Δεν υποφέρει πια. Τα χέρια μου τρέμουν. Τα μάτια μου δακρύζουν, πέφτω κάτω και ξεσπώ σε λυγμούς. Την σκότωσα για να μην υποφέρει άλλο.

Γ.
Φορώ ένα παλιό μπλε φούτερ και ανεβαίνω τις σκάλες για την ταράτσα κρατώντας την μεγάλη  μαύρη σακούλα με το νεκρό κορμί της. Είναι πιο βαριά απ ότι νόμιζα. Είναι νύχτα. Μια δυο φορές ο σάκος πέφτει κάτω. Κάνει έναν αρρωστημένο μαλακό ήχο. Βάζω την σακούλα στην αποθήκη και μετά κοιτάζω την πόλη. Είναι χειμώνας και σταγόνες  παγωμένου νερού πέφτουν πάνω μου και πάνω στην σακούλα. Κάθομαι σε μια παλιά, ξεχαρβαλωμένη καρέκλα. Θα κοιμηθώ εκεί.

Δ.
Ξημέρωσε. Η σακούλα μυρίζει και μύγες μαζεύονται γύρω της. Ετοιμάζω την σχάρα. Βγάζω το τσεκούρι, κόβω την σάρκα  της  που αρχίζει να αποσυντίθεται. Είμαι σαν μηχανή, ψυχρός αλλά μέσα μου κάθε κίνηση προκαλεί πόνο. Συνεχίζω όμως. Ανάβω φωτιά ,τώρα που δεν βρέχει, βήχω άσχημα, πρέπει να κρύωσα. Καίω τα κομμάτια της. Ξύλο, εφημερίδα ,οινόπνευμα και σάρκα. και μετά στάχτη. Μετά και ενώ η φωτιά καταπίνει τα πάντα πίνω λίγο ουισκάκι, για να μην τρέμω.

Ε.

Δυο μέρες μετά. Πέταξα το κινητό. Το αμάξι έχει λίγο ακόμη βενζίνα ,ίσα ίσα για να φτάσω εκεί που πρέπει. Τα πνευμόνια μου πονάνε. Δυο μέρες μάζευα τις στάχτες σε ένα πλαστικό τάπερ. Έκαιγα ότι  δεν είχε καεί ξανά και ξανά. Πέρα από το κρανίο. Εκείνο το έχω μαζί μου. Το βάζω δίπλα μου στο αμάξι. Πάμε αγάπη μου. Όλα έγιναν όπως τα ήθελες.

ΣΤ.

Φτάνω στην Θάλασσα. Βασικά το αμάξι μου έμεινε κάνα χιλιόμετρο πιο πριν. Παίρνω το τάπερ και βάζω το κρανίο στο σακίδιο μου. Η παραλία είναι άδεια. Μερικοί χειμερινοί κολυμβητές λίγο  πιο πέρα. Τίποτα πέρα από κάποιες κλειστές ομπρέλες. Γδύνομαι. Ο πυρετός με καίει και ο κρύος αέρας με κάνει να αναταράζομαι από ρίγος .Μπαίνω μέσα στην θάλασσα .Είναι παγωμένη και προχωράω. Κάθε βήμα είναι όλο και πιο δύσκολο. Πλέων το νερό φτάνει μέχρι την μέση. Ανοίγω το τάπερ και σκορπίζω τις στάχτες και   μερικά κομμάτια από κόκαλα. Τα κύματα τα σκορπίζουν σιγά σιγά. Βγάζω το σακίδιο  και το ανοίγω. Κοιτάζω το κρανίο. Το φιλάω αργά και  το πετάω μακριά. Ο ήλιος είναι  μια γκρίζα κοιλάδα. Κοιτάζω την παραλία .Είναι έρημη. Έκανα ότι μου ζήτησε,τώρα είμαι ελεύθερος.Βουτάω στο νερό, κάπου εκεί στο βάθος είναι η Εύβοια…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου