Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Οι ψυχτικές μηχανές και οι αγάπες



Η θερμοκρασία πέφτει
η θερμοκρασία υπάρχει στη φύση.
το πέσιμο υπάρχει στην τεχνική.
το πέσιμο θέλει τεχνική
κι η τέχνη πεσιμισμό.
το πέσιμο εννίοτε προκαλεί πεσσιμισμό,
κυρίως όταν γίνεται άτεχνα.
Τέχνη για μηχανοποιημένους καιρούς,
καιροί για κβαντομηχανική.
κάπα ΒΟΞ: Τεχνοκρατία και παιδεραστία.
Τεχνικές φλερτ και η σιωπηλή ανακοίνωση ότι:
«Καλέ, η σύγχρονη ρομποτική παράγει μηχανές
του σεξ για παιδόφιλους σε σχήμα μωρού!».

Υποψήφιοι για καλλιτεχνικές σχολές 
απασχολούν την τέχνη μου. Της
αφαιρούν την καρδιά και τις προσθέτουνε χρόνια ζωής
η ζωή είναι απλά ένας υπολογιστής σε simulation mode.
error 404, “heart not found”
οι επιστήμονες δακρύζουν, "Δε θα φτιαχνούν ποτέ ψυχές-μηχανές
όπως μηχανιιιιιιιικές καρδιές".
ίσως επειδή δεν μπορούν να βρούν καμιά ανθρώπινη για να αντιγράψουν.
κρίμα.
θα μπορούσαν να βρουν πολλούς ανθρώπους-μηχανές και να
φτιάξουν ανθρώπους-ανθρώπους. Αλλά κάτι τέτοιο θα μειώσει την πολλαπλότητα
των μηχανικών καταστάσεων που ζούμε.

Κανείς δε το θέλει αυτο.

Αμηχανία και έρωτας χορεύουν χέρι χέρι
ουίσκι με πάγο και αυτοκτονικά ωραία θέα
μηχανικά αγγίζονται τα χέρια με τα κάγκελα
ποιός λοιπόν θα κρεμαστεί απ’ το μπαλκόνι 
για να ‘ναι Νταλί και Ντα Βίντσι μαζί;







Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

SelfLess: Ηθικολογία και ηθική στην εποχή του posthumanism.

 




Το Selfless είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας του 2015. Στον πυρήνα της υπόθεσης της βρίσκεται η μεταβατική περίοδο μεταξύ homo sapiens και homo sapiens+. Δεν πρόκειται δηλαδή για κάποιον ακραία εξελιγμένο φουτουριστικό κόσμο αλλά για έναν χωροχρόνο ελάχιστα πιο μπροστά(ή μήπως ούτε αυτό;) από τον δικό μας.

Αναφορικά με το σενάριο: Ο μεγιστάνας ακινήτων Ντάμιαν Χέις, ένας καπιτάλας της σειράς δηλαδή, μαθαίνει ότι έχει καρκίνο σε τελικό στάδιο με πολλαπλές μεταστάσεις σε όλο του το κορμί. Θα μπορούσε να πει κάποιος, πως στα σχεδόν 70 χρόνια και με άπειρα επιτεύγματα στο ενεργητικό του, ο Ντάμιαν θα μπορούσε να συμβιβαστεί με το θάνατο που έπεται, αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι ακριβώς, αφού όχι μόνο ο Κροίσος της ταινίας φοβάται το τέλος, πράγμα λογικό, αλλά επιπλέον η σχέση του με την κόρη του έχει διαταραχτεί απίστευτα πολύ και αισθάνεται άσχημα που ποτέ δεν προσπάθησε να την καταλάβει και να επικοινωνήσει ουσιαστικά μαζί της, κάτι αναμενόμενο αφού αυτοί οι δύο ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους. Ο μπαμπάς στην αστική τάξη. Η μικρή πριγκίπισσα σε μια περιβαντολλογική ΜΚΟ, κοινώς στη μικροαστική τάξη.



Αν ψάχνετε κάποια φωνούλα που να επισημαίνει την ύπαρξη των κατώτερων τάξεων ως ανθρώπων και όχι ως μηχανές, δείτε κάτι άλλο.

Τον πανίσχυρο μεγιστάνα  προσεγγίζει κρυφά ο μυστηριώδης Δρ Αλμπράιτ. Ο γιατρός τού προσφέρει την ευκαιρία να συνεχίσει να ζει με τη βοήθεια μιας διαδικασίας που μεταφέρει τη δική του συνείδηση σε ένα ξένο σώμα. Η μόνη προϋπόθεση είναι ότι, για τη διατήρηση του απορρήτου του προγράμματος, ο Ντάμιαν θα χρειαστεί να κόψει όλους τους δεσμούς του με την προηγούμενη ζωή του. Απλά θα ξυπνήσει μια μέρα σε ένα άλλο κορμί, το οποίο όπως του λέει ο Δρ Αλμπράιτ (Allbright maybe?) μεγάλωσε σε εργαστήριο (σα γλάστρα ντε). Ο Ντάμιαν δέχεται. Και λίγες μέρες μετά μετά από μια επίπονη διαδικασία ξυπνάει στο νέο του κορμί. Η αποθεραπεία κρατάει αρκετές μέρες αλλά είναι επιτυχής. Έχει ένα νέο, 50χρονο κορμί, δεκάδες εκατομμύρια δολλάρια στην τράπεζα, ψεύτικη ταυτότητα και καμία υποχρέωση σε κανέναν. Ώρα για yolo.


Αφού λοιπόν κάνει κάτι παρέες από τη γειτονία και γαμήσει μερικά (αρκετά καλά ομολογουμένως) μουνάκια ο Ντάμιαν αρχίζει να παρατηρεί ότι κάτι δεν πάει καλά. Μια μέρα πάνω στο σεξ με μια ράντομ τύπισσα ξεχνάει να πάρει το χάπι που του έδωσε ο γιατρός για να παίρνει κάθε μέρα και αρχίζει να βασανίζεται από τρομερές ψευδαισθήσεις. Εικόνες μιας γυναίκας και ενός παιδιού εισβάλλουν στο μυαλό. Ο γιατρός δεν του απαντάει και πολύ ξεκάθαρα ή μάλλον του απαντάει ύποπτα στα τι το προκάλεσε αυτό. Διπλασιάζει απλά τη δόση του από το φάρμακο που παίρνει και τον στέλνει διακοπές στη χαβάη.

Αλλά ο Ντάμιαν που δε μασάει από γιατρούς και τέτοια, αξιοποιώντας στοιχεία απ’ τις ψευδαισθήσεις του, ανακαλύπτει ότι αυτές είναι...αληθινά γεγονότα. Βρίσκει το μέρος όπου λαμβάνουν χώρα και πηγαίνει αμέσως εκεί, όπου και μαθαίνει και την φρικτή αλήθεια. Το σώμα του δεν μεγάλωσε σε εργαστήριο αλλά το πούλησε ένας βετεράνος του αμερικάνικου στρατού. Πούλησε δηλαδή τον εαυτό του για να δεχτεί ο δόκτωρ Αλμπράιτ να πραγματοποιήσει δωρεάν μια επέμβαση που θα έσωζε την άρρωστη κόρη του.

Φυσικά ο Ντάμιαν που έχει καρδιά και κυρίως έχει και αυτός κόρη, συγκινείται και παρατάει την νέα ζωή του για να προστατέψει αυτές τις δύο. Τα υπόλοιπα δεν έχουν και μεγάλη σημασία. Στο τέλος ο Ντάμιαν απλά  σκοτώνει το γιατρό (και τον μοναδικό κάτοχο της μεθόδου για τη μεταφορά της συνείδησης από ένα σώμα σε άλλο), σώζει μάνα και κόρη, τα βρίσκει με την δικιά του κόρη και τέλος αφήνει τον εαυτό του να πεθάνει από την μη-κατανάλωση χαπιών που έδινε ο γιατρός. Η έλλειψη αυτών των χαπιών επιτρέπει στο μυαλό του προηγούμενου κατόχου του σώματος, του Μαρκ Μπιτγουέλ, να κυριαρχήσει στο μυαλό και να επιστρέψει σε αυτό. Λίγο πριν χαθεί για πάντα ο Ντάμιαν αφήνει ένα βίντεο στον Μαρκ που του εξηγεί τι έγινε, που είναι η γυναίκα και η κόρη του καθώς και τα λεφτά που τους άφησε.



Τέλος
Κλαπ κλαπ κλαπ.
Τι συγκινητικό.

Το να ψάξουμε απόλυτους ορισμούς της ηθικής και της ηθικολογίας είναι πέρα απ’ τις δυνάμεις μου, αλλά πιθανότατα και πέρα απ’ τις δυνατότητες της υπάρχουσας βιβλιογραφίας. Ωστόσο μπορούμε να υιοθετήσουμε την εξής πρόχειρη διάκριση:

Ηθική:  Ένα οργανωμένο, ζωντανό και υπαγόμενο σε αλλαγές σύστημα κανόνων, που μπορεί να καταστεί ιδεολογία και ρυθμιστικός άξονας της ζωής του ατόμου και της κοινωνίας εφόσον συνδεθεί ουσιαστικά με αυτή τη ζωή.
Ηθικολογία: Στείρος δογματισμός, διδακτισμός, αποστήθιση εντολών, μηδενική πρωτότυπη σκέψη κλπ. Ουσιαστικά ηθικολογία στις ταινίες σημαίνει να ψάχνεις εκ των προτέρων τι θεωρεί κακό η πλειοψηφία του κοινού σου, τι θεωρεί καλό και να του το αναπαράγεις. Φυσικά ακόμα και οι χριστιανοί (ή μουσουλμάνοι ή εβραίοι) δεν τρώνε το ίδιο φαί κάθε μέρα.

Κρατάμε αυτούς τους δύο ορισμούς και πάμε παρακάτω. Selfless σημαίνει βασικά δύο πράγματα, απ’ τη μία είναι ο ανιδιοτελής, ο unselfish. Απ’ την άλλη Self Less μπορεί κάλυτερα να είναι μια παράφραση του Less than Self, να είσαι δηλαδή λιγότερο απ’ τον εαυτό σου. Πιστεύω πως η ταινία επιδιώκει και τις δύο σημασίες στον τίτλο, αδιάρρηχτα συνεδεμένες μεταξύ τους, ο πρωταγωνιστής ξεκινάει ως Less than Self, πλούσιος μεν, αλλά ετοιμοθάνατος με το μόνο άτομο που αγαπάει να είναι μακριά και να μην επιδιώκει την συντροφιά και την αγάπη του, συνεχίζει ως Less than Self με το να κατοικίσει ένα νέο σώμα, μια νέα ταυτότητα, μια τελείως νέα ζωή.  Κάνει την αρχή για το Self Less με το ψάξει την πηγή των παραισθήσεων του και στη συνέχεια να προστατέψει μάνα και κόρη. Τέλος επιβεβαιώνει αυτή την ταυτότητα με το να μην πάρει τα χάπια του και να επιτρέψει στον παλιό κάτοχο του κορμιού να «επιστρέψει».

Selfless λοιπόν είναι η ανοδική μετάβαση (upward transition ) απ’ τον κόσμου του εγωπαθούς, στον κόσμο του ανιδιοτελούς πλάσματος. Είναι η ιστορία ενός πλούσιου που επιλέγει να πεθάνει παρά να πατάει επί πτωμάτων. Είναι η ιστορία ενός transition(απ’ το κακό στο καλό) που επιτυγχάνεται με την άρνηση ενός άλλου transition, αυτού του transhumanism, μιας μετάβασης δηλαδή σε μια εποχή όπου το σώμα θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα μας απασχολεί. Είναι μια πορεία αρνήσεων που διαδέχονται η μία την άλλη μέχρι να χτυπήσουν ταβάνι. Και γιαυτό είναι μια πορεία ουτοπική και ηθικολογική.

Με την ηθική μπορείς να κάνεις βασικά τρία πράγματα α) να την αποδεχτείς και να την εφαρμόσεις δημιουργικά β) να την παπαγαλίσεις και να την επιβάλλεις-διδάξεις γ) να την αρνηθείς ολοκληρωτικά ως προς εσένα. Στην ταινία αυτό σημαίνει τρεις βασικές εκδοχές:
1) Ο πρωταγωνιστής θα αξιοποιούσε τις γνώσεις που είχε και τα λεφτά του ώστε απειλώντας τον γιατρό να καταφέρουν σε λίγα ή περισσότερα χρόνια να τελειοποιήσουν τη μέθοδο ώστε να μην απαιτεί δολοφονίες (κάτι που έτσι κι αλλιώς ήθελε να πετύχει ο γιατρός) και να επιτρέψει αν όχι την αθανασία έστω μια ενδιαφέρουσα παράταση της ζωής των ανθρώπων. 2) Να σκοτώσει το γιατρό, τον εαυτό του και να σώσει την γυναίκα και την κόρη της. 3) Να συνεχίσει να ζει γαμώντας μουνάκια και ξοδεύοντας τα εκατοντάδες εκατομμύρια δολλάρια του.

Απορρίπτοντας τον μηδενισμό αλλά και την ηθική ο ήρωας μας δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να ξεπέσει στην ηθικολογία. Αλλά δεν είναι ο μόνος που το κάνει. Όλη η οπτική της ταινίας είναι ηθικολογική. Για τον πρώην κάτοχο του κορμιού που ήταν πεζοναύτης στο Αφγανιστάν δε γίνεται ποτέ κριτική. Παρουσιάζεται ως ένας οικογενειάρχης, θύμα μιας αρρώστιας της κόρης του, ενός φιλόδοξου επιστήμονα και ενός Μεγιστάνα που θέλει το σώμα του. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Οι μισθοφόροι του αμερικάνικου στρατού είναι αιτία, προυπόθεση και σαρξ εξ’ σαρκός των μεγαλοκαπιταλιστών των ΗΠΑ. Για να μπορέσει να γίνει κάποιος λεφτάς που αγοράζει ανθρώπους στην αμερική πρέπει να υπάρχει κάποιος άλλος έξω απ’ τα σύνορα που εξοντώνει κάθε απειλή για τα αμερικανικά γεωπολιτικά συμφέροντα. Οι φαντάροι του αμερικάνικου στρατού είναι μισθοφόροι, φουκαράδες πιθανόν και φτωχοδιάβολοι, ελάχιστα καλύτεροι ηθικά από τους καπιταλιστές της χώρας τους. Τι μας λέει γιαυτό η ταινία; Ότι το φανταράκι ήξερε να χειρίζεται όπλα. ΝΑΙ ΕΠΕΙΔΗ ΣΚΟΤΩΝΕ ΓΥΝΑΙΚΟΠΑΙΔΑ ΣΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ.

Η επιφανειακή και τολμώ να πω παιδική ανάλυση της πραγματικότητας δεν σταματάει εκεί, ο μεγιστάνας νιώθει τύψεις που κάποιος πούλησε το κορμί του για να σώσει την κόρη του. Ναι αλλά ακριβώς αυτό το οικονομικό σύστημα, του όλα πουλιούνται και όλα αγοράζονται είναι που επέτρεψε στον μεγιστάνα να νιώθει τύψεις τώρα. Ένας σοβαρός θεατής δεν θα συγκινηθεί, όπως δε θα συγκινηθεί και με την κόρη του μεγιστάνα που είναι ο ορισμός του κλισέ, η κόρη του πλούσιου μπαμπά που ασχολήθηκε με το περιβάλλον και δε του μιλάει επειδή είναι ένα πλούσιο καθήκι.
Τέλος ας σκεφτούμε το εξής. Έχεις μπροστά σου τον μοναδικό επιστήμονα που κατάφερε να φτιάξει μια μέθοδο που επιτρέπει στους ανθρώπους να ζήσουν για όσο θέλουν και τον σκοτώνεις επειδή ουσιαστικά α) πειραματίστηκε σε απελπισμένους ανθρώπους –κάτι που κάνουν οι πολυεθνικές εδώ και χρόνια- β) αγόρασε και πούλησε ζωές κατά βούληση –κάτι που έκανε ο πρωταγωνιστής για χρόνια- .

Σκοτώνεις μια απ’ τις μεγαλύτερες και αντικειμενικά χρήσιμες μεγαλοφυίες στον κόσμο επειδή είναι σκατάνθρωπος; Θα σκότωνες έναν επιστήμονα της ναζιστικής γερμανίας; Ίσως ναι και ίσως να είχες δίκιο, αλλά δε θα είχες δίκιο αν τον σκότωνες ενώ ήσουν ο Χίτλερ. Θες να είσαι ηθικός; Κάντο απ’ την σκοπιά των κατώτερων τάξεων. Αν έχεις λεφτά και είσαι μαλάκας τότε κράτα τον ανθρωπισμό για τον εαυτό σου και χρηματοδότησε την επιστημονική έρευνα είτε την κάνει φασίστας είτε αναρχικός. Σε κάθε περίπτωση μην αηδιάζεις για το γεγονός ότι οι άνθρωποι πουλάνε το κορμί τους τη στιγμή που το σύστημα που αναπαράγεις είναι που έχει παραδώσει τον τομέα της υγείας στο κεφάλαιο ώστε να καταστεί εμπόρευμα και όχι δικαίωμα.

Ή τέλος πάντων γίνε selfless.




PS. Σε καμία περίπτωση η ταινία δεν είναι κακή ή βαρετή. Κυλάει ευχάριστα, το σενάριο τρέχει και αποτελεί μια πολύ καλή εισαγωγή σε θέματα trans kai post-humanism. Ανοίγει επίσης μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για το ποιό είναι το όριο στο τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε για τη βελτίωση και παράταση της ζωής μας.




Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

Το να μάθεις τους γείτονες να βλέπουν καλές ταινίες είναι ένας επαρκής λόγος να ζήσεις




Κάπου στο τρίτο ποτήρι της πέμπτης μέρας που πίνω σερί, σάββατο απόγευμα
κοιτάω έξω απ’ το παράθυρο και ξίνομαι.
σκέφτομαι
πάνε μήνες που έχω να κάνω κάτι χρήσιμο,
να βρω δουλειά, να γράψω κανά ποιήμα για το οτι δεν έχω δουλεια κλπ.
κάτι τέτοιες ώρες δε θέλει και πολύ να πιστέψεις
πως όλοι οι γείτονες που για χρόνια σέρνονται σα σκουλήκια ή σα κάδοι σκουπιδιών με κοντά χοντρά πόδια,
αποδείχτηκαν πολύ καλύτεροι από σένα, πολύ πιο παραγωγικοί
η διπλανή πχ είναι καθηγήτρια, θα έλεγες ότι δεν έχει διαβάσει τίποτα στη ζωή της, έχει ένα παιδάκι αλλά τα μισά παιδάκια της γειτονιάς τραβάνε μαλακία για πάρτη της, ψηφίζει φασιστικά και ζει δημοκρατικά, στα 15 μου θα την πήδαγα, στα 15 της θα με πήδαγε και αυτή. Πφ.
αλλά βέβαια, εμείς εδώ που δεν κάνουμε τίποτα όλη μέρα και περιμένουμε πότε θα φιλοτιμηθεί κάποιος να μας σκοτώσει –που μακάρι θεέ μου να είναι έστω ένας ενδιαφέρον άνθρωπος- τουλάχιστον βλέπουμε πιο πολλές ταινίες απ’ το γείτονα και ίσως το να μάθεις σε κάποιον να βλέπει καλές ταινίες είναι ένας επαρκής λόγος να ζήσεις. Αλλά  οι γείτονες μου αν και δεν ξέρουν από δράμματα ξέρουν πολύ καλά από κλάμματα. Ζούνε και πεθαίνουν μέσα στη θλίψη και στο αναμάσημα ηλίθιων ή ανύπαρκτων δυσκολιών αλλά δεν τους πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό να αποδεχτούν το επερχόμενο τέλος του πρωταγωνιστή και να συμβιβαστούν με το να γυρίσουν 5-10 καλές σκηνές. Οι γείτονες μου κλαίνε και σκουπίζουν τα μάτια τους με φίλμ, οι γείτονες μου δε θέλουν δράμματα, θέλουν απλά να τους λυπούνται, θέλουν να τους λένε «α τι δύσκολη που είναι η ζωή σου, απορώ πως τα καταφέρνεις» και να συνεχίζουν το δρόμο τους. Θα μπορούσα να αφιερώσω το δικό μου δράμα στο να τους βοηθήσω να εκτιμήσουν τον Σέιν Μίντοουζ, τον Τοντ Σολόντζ και τον Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι
αλλά είμαι ήδη στο τέταρτο ποτήρι της πέμπτης μέρας που πίνω σερί, Σάββατο απόγευμα και δεν έχω την όρεξη τους. 




Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Οι άνθρωποι που συνεχίζουν τη ζωή τους:




Οι άνθρωποι που συνεχίζουν τη ζωή τους
ξυπνάνε λίγο πριν το μεσημέρι
ποτέ αργότερα.
δεν ξέρουν να εκτιμήσουν τον σπιτικό καφέ
και σχηματίζουν ουρές έξω απ’ τον «Γρηγόρη».
Δαγκώνουν το καλαμάκι, χαμογελάνε εύκολα,
ξεραίνονται στα γέλια ευκολότερα, εξασκούνται
στην ειρωνία, αποτυγχάνουν μεγαλοπρεπώς εν τέλει.
Oι άνθρωποι που συνεχίζουν τη ζωή τους
έχουν πάντα δουλειές και υποχρεώσεις
δεν χρειάζονται ατζέντες, γιατί έχει επαρκή
χώρο το μυαλό τους, τρώνε μόνο ένα φαλάφελ,
θέλουν να πάνε στο παρίσι, στη νέα υόρκη, στο λονδίνο
κι ακόμα χειρότερα, σε ελληνικά νησιά και δάση, να
βγάζουν φωτογράφιες με άλλους ανθρώπους που συνέχισαν
τη ζωή τους, κι ακόμα χειρότερα με μερικούς που δεν
την διέκοψαν ποτέ. Μεθάνε εύκολα, πίνουν λίγο.
δεν θα σκότωναν, ούτε θα γαμιόντουσαν μεθυσμένοι
κι είναι πολύ περήφανοι για αυτό. Τους αρέσουν τα χρώματα
και το φως και δεν παραλείπουν να το πούνε στους δίπλα τους.
διοργανώνουν βραδιές ποίησης, βραδιές σκυλάδικου, βραδιές ροκ.
δε χαραμίζουν ποτέ μια νύχτα για να σκεφτούνε το θάνατο, όλη
η ζωή είναι μπροστά τους και γιαυτό μας διαβεβαιώνουν όχι μόνο
οι συγγενείς τους μα και οι φίλοι τους, οι εραστές τους και φυσικά οι ίδιοι.
δεν θλίβονται, κάνουν μονάχα ελεύθερες σχέσεις, μοιράζονται
τις κατακτήσεις τους με την παρέα τους, επισκέπτονται μουσεία
και βγάζουν άπειρες φωτογραφίες. καμιά φορά
ρωτάνε πληροφορίες για κάποιο άγαλμα και ακόμα
πιο ευδιάθετα απομακρύνται από το χώρο.


Οι άνθρωποι που συνεχίζουν τη ζωή τους κατηγορήθηκαν
ότι πατάνε πάνω σε πτώματα, εγώ νομίζω ότι απλά
ξεχάστηκαν κανά δυο φορές σε κάποιο νεκροταφείο
και τώρα χαρούμενα και αισιόδοξα συνεχίζουν -τι άλλο;- το δρόμο τους.