Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Ο πατέρας μου - Κώστας Ταχτσής

Το παρακάτω διήγημα είναι ένα απ' τα πολλά που υπάρχουν στην συλλογή διηγημάτων του Κ.Τ. με τίτλο "Τα ρέστα". Για κάποιους η συλλογή θεωρείται απείρως κατώτερη από το "Τρίτο στεφάνι" (Το σημαντικότερο έργο του Ταχτσή). Για μένα, σταθερό αναγνώστη του εδώ και μερικά χρόνια, είναι μια υπέροχη ματιά στα πράγματα από μια σκοπιά αρκετά εχθρική και αρκετά φιλική απέναντι στους "κύκλους" μας.

Δεν δημοσιεύεται όλο αλλά το κομμάτι που ανέβασα στέκεται μια χαρά από μόνο του.



Στην Κατοχή, ο πατέρας μου, παρ’ όλο που τον πήρε αργότερα και αυτόν η μπάλα, πρέπει να ομολογήσω πως δεν άνηκε στην κατηγορία εκείνη των ανθρώπων του Μεταξά, που, στ’όνομα του κοινού τους μίσους για τους κομμουνιστές, συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Αλλά δεν έκανε ποτέ και τίποτα εναντίον  τους. Εκτελούσε απλώς τ’ αστυνομικά του καθήκοντα, σα να μη συνέβαινε τίποτα. Γι’αυτόν, ένας κλέφτης στην Κατοχή, δεν έπαυε να ‘ν’ ένας κλέφτης. Θες γι’ αυτό, θες για ένα σωρό άλλους λόγους που δεν είχαν σχέση με το χαρακτήρα του, πεινάσαμε τότε και μεις σχεδόν όσο κι ο κάθε μέσος  Έλληνας.

Παρ’ όλα αυτά, δε γλίτωσε την ομηρία. Το σπίτι μας ήταν σ’ανταρτοκρατούμενη περιοχή κοντά στο Στάδιο. Ήρθαν ένα βραδυ και τον πήραν. Η μάνα μου έκλαιγε συνεχώς κι έλεγε πως δε θα τον ξαναβλέπαμε ποτέ. Όσον αφορά τον εαυτό της, τα προαισθήματα της βγήκανε αληθινά. Ένα μήν αργότερα, στο Κολωνάκι, που ‘χε πάει για να πάρει κάτι τρόφιμα, τη βρήκε μια αδέσποτη σφαίρα, την πήγανε σε μια κλινική, την εγχείρησαν, μα δε συνήλθε ποτέ, ούτε καν για να πει δυο λόγια σε μένα που πέρασα στο προσκέφαλο της την πρώτη αγωνιώδη νύχτα της ζωής μου –ήμουνα δεκαπέντε χρονώ. Απ’ τις ανακρίσεις αποδείχτηκε πως η σφαίρα προερχόταν απ’ το πιστόλι ενός μπουραντά, που ‘χε πάθει, όπως είπαν, νευρικό κλονισμό –τότε που τους είχαν μαντρώσει προσωρινά στη Φρουρά Ευζώνων- βρήκε ένα όπλο κι άρχισε να πυροβολάει στον αέρα.

Ο πατέρας μου γύρισε απ’ την ομηρία ζωντανός, μα σ’ άθλια κατάσταση. Νομίζω –παρά την αντίθετη γνώμη που είχα τότε- πως ο θάνατος της μάνας μου του στοίχισε πολύ. Μα σε δυο-τρεις μήνες άρχισε να συνέρχεται, και την άνοιξη του ’46 ξαναπαντρεύτηκε. Ξενοικιάσαμε το σπίτι μας –γιατί τόσα χρόνια δεν είχε αξιωθεί ούτ’ ένα σπίτι να φτιάξει- και πήγαμε να μείνουμε στο σπίτι της γυναίκας του.

Προτιμώ να μη θυμάμαι, κι ακόμα λιγότερο να γράφω, για όλη αυτή την περίοδο της ζωής μου, που, αν και χρονικά σύντομη, σε μένα φάνηκε ολόκληρος αιώνας. Κάποτε, αν καταφέρω και τα ξεδιαλύνω και εγώ ο ίδιος, θα μιλήσω για τις επιπτώσεις που είχε στην κατοπινή ζωή μου.
Εδώ, με κίνδυνο να δώσω μελοδραματικό τόνο σε μια διήγηση που θέλω στεγνή κι απαλλαγμένη από αισθηματισμούς, θα πω ότι μισούσα την –ας την πω με τ’ όνομα της- τη Βιβή, περισσότερο απ’ ότι μίσησα οτιδήποτε άλλο ποτέ μου, κι ότι κι εκείνη, παρ’όλη την προσποίηση της, προπάντων στην αρχή, ανταπέδιδε ολόψυχα τα αισθήματα μου.

Παρ’ όλα αυτά, δεν τσακώθηκα ποτέ μαζί της. Ποτέ δε με μάλωσε η ίδια για τίποτα. Δεν τολμούσε. Ή τ’ απέφευγε από πονηριά προτιμώντας να παριστάνει το θύμα, και καραδοκώντας την ευκαιρία να μου δώσει ένα καίριο πλήγμα που θα την απήλλασε μια και καλή απ’ την παρουσία μου. Καμιά φορά μάλιστα, όταν  τσακωνόμουνα με τον πατέρα μου, δηλαδή όταν θύμωνε και μ’ έβριζε, η Βιβή έπαιρνε το μέρος μου. Το τι λέγαν μεταξύ τους, είναι άλλη ιστορία.

Το φθινώπορο του ’46 ο πατέρας μου αποστρατεύτηκε λόγω ορίου ηλικίας. Αργότερα βρήκε δουλειά αστυνομικού συντάκτη σε μια εφημερίδα. Μα για ένα διάστημα περνούσαμε με τη σύνταξη του και κάτι λίγα λεφτά που ‘χε η Βιβή απ’ τον πρώτο της άντρα. Κόντευα να κλείσω τα δεκαεφτά, και δε μου ‘δινε ποτέ πεντάρα χαρτζιλίκι. Όσο για ρούχα, στην κατοχή ήμουνα καλύτερα ντυμένος.

Είν’ αλήθεια πως ακόμα τότε η ζωή μου ήταν δύσκολη. Ο κόσμος δεν είχε αρχίσει να συνέρχεται απ’ τις καταστροφές του πολέμου. Πολλά απ’ τα σπίτια στη συνοικία μας ήταν ακόμα διάτριτα απ’ τις σφαίρες και τα θραύμαστα των όλμων του απ’ τα δεκεμβριανά που, άλλωστε, συνεχιζόντουσαν μ’ άλλη μορφή πενήντα μόλις χιλιόμετρα έξω απ’ την Αθήνα. Θέλω να πω, ο περισσότερος κόσμος τα ‘φερνε ακόμα βόλτα πολύ δύσκολα. Δεν υπήρχανε λεφτά. Σε καλούσαν σ’ ένα πάρτι κι έπρεπε, όπως στην Κατοχή, να πας, αν όχι με το φαί σου, τουλάχιστον ένα γλυκό, κάτι. Κι επειδή δεν καταδεχόμουν να ζητήσω απ’ τη Βιβή να μου φτιάξει γλυκό, με καλούσανε διάφοροι συμμαθητές μου σε πάρτι στα οποία μαζευόντουσαν ένα σωρό κορίτσια, και ντρεπόμουν να πάω.

Περιπλανιόμουνα στους δρόμους της Αθήνας. Στο Σύνταγμα. Στο Ζάππειο. Είχα διάφορες εφήμερες, ύποπτες ερωτικές περιπέτειες, όχι μόνο με γυναίκες, μα και μ’ άντρες. Έτσι γνώρισα τον Πωλ.
Ήταν είκοσι εφτά χρονώ, έφεδρος λοχαγός του αγγλικού στρατού. Είχε έρθει απ’ την Παλαιστίνη μ’αναρρωτική άδεια ύστερα από μια άδοξη εγχείρηση ομφαλοκήλης, και μέρα με τη μέρα, περίμενε τη διαταγή της αποστράτευσης του για να γυρίσει στην Αγγλία.

Συνήθως πηγαίναμε στη Γλυφάδα. Ξαπλώναμε σε μια έρημη αμμουδιά, γεμάτη ακόμα απ’ τα σκουριασμένα πια συρματοπλέγματα που είχαν αφήσει πίσω τους οι Γερμανοί. Ο Πωλ, μ’όλο που ακόμα ήταν Μάης, γδυνόταν ολοτσίτσιδος κι έκανε ηλιοθεραπεία. Εγώ κοιτούσα την ουλή της εγχείρησης λίγο πάνω απ’ τον αφαλό του. Ή τη Θάλασσα, που έβλεπα ακόμα με τα μάτια της ρηχής πρόζας του Καρκαβίτσα που μαθαίναμε στο σχολείο ή των θαλασσογραφιών που υπήρχανε στο σπίτι της Βιβής και των άλλων σπιτιών του στενού μας περιβάλλοντος.

Καμιά φορά πηγαίναμε στην Ακρόπολη –τα βράδια. Ξαπλώναμε πάνω στο γρασίδι και τα αγριολούλουδα, και κοιτάζαμε τα φώτα της Αθήνας που είχαν αρχίσει να λάμπουν πάλι δειλά δειλά ύστερ’ απ’ το συσκοτισμό της Κατοχής, που είχα καταντήσει να θεωρώ σαν το φυσικότερο πράμα στον κόσμο. Τώρα, πλάι στον Πωλ, άρχισα να υποπτεύομαι πως η ζωή δεν ήταν, κατ’ανάγκη, γεμάτη φόβο, ανθρώπους πεσμένους στο δρόμο με τα μυαλά χυμέν’ απ’ έξω, ή μανάδες ανίκανες να θηλάσουν τα μωρά τους απ’ την πολλή αδυναμία. Άρχισα να παραμελώ τα μαθήματα του σχολείου, και να γράφω ποιήματα και διάφορες αναμνήσεις απ’ την Κατοχή. Κρατούσα κι ένα ημερολόγιο.
Φυσικά, καμιά φορά αργούσα πολύ να γυρίσω σπίτι.  Έβρισκα την εξώπορτα κλειδωμένη. Έβγαινε ο πατέρας μου με τα σώβρακα και μου άνοιγε βρίζοντας. Εγώ, κλειδωνόμουνα στο δωμάτιο μου και περιέγραφα στο ημερολόγιο μου τι είχα κάνει όλο το βράδυ...

Αρχές Ιουνίου ήρθε η διαταγή που περίμενε ο Πώλ. Την τελευταία βραδιά που τον συναντησα, μου φερε γι’αποχαιρετιστήριο δώρο ένα ζευγάρι παπούτσια που ‘χε αγοράσει στην καντίνα των Άγγλων αξιωματικών. Ήταν ένα καταπληκτικό ζευγάρι παπούτσια από χοιρόδερμα, κι η μεγάλη μου δυστυχία για κάμποσο καιρό μετά, ήταν που δε θα μπορούσα να τα φορέσω, πρώτον γιατί θα ‘πρεπε να εξηγήσω στον πατέρα μου την προέλευση τους, κι ήξερα πως δεν έχαβε έυκολα τα ψέματα, και δεύτερον επειδή, που να πάρει ο διάολος, ήταν ένα νούμερο μεγαλύτερα απ’ το δικό μου, και τα πόδια μου έπλεαν μέσα. Τα κλείδωσα λοιπόν κι αυτά, μαζί με τα γραφτά και το ημερολόγιο μου, στο μοναδικό συρτάρι του μικρού γραφείου μου που είχε κλειδί.

Ένα μεσημέρι, γύρισα ανύποπτος απ’ το σχολείο, και είδα τον πατέρα μου στο δωμάτιο μου. Καθόταν στο γραφείο μου κι ήταν απορροφημένος στην ανάγνωση του ημερολόγιου μου. Πάνω στο κρεβάτι μου ήταν ακουμπισμένα τα παπούτσια του Πωλ.

Μόλις με είδε, σηκώθηκε, μ’άρπαξε απ’ το πουκάμισο, το τράβηξε και το σκισε. Έβγαλε τη ζωστήρα του. Άρχισε να χτυπάει όπου έβρισκε. Κι έβριζε. Έβριζε. Έλεγε ξανά και ξανά αυτό που δεν ήξερα ακόμα ότι ήμουνα, αυτό που μπορεί ακόμα να μην ήμουνα, που, Θε μου, χρειάστηκαν σχεδόν είκοσι χρόνια άγχους και αυτοκαταστροφής για να αρχίσω να καταλαβαίνω πως δεν είμαι, το λεγε, το λεγε, με τα χυδαιότερα λόγια. Στο τέλος, όταν κουράστηκε, άρπαξε ασθμαίνοντας τα ποιήματα μου και το ημερολόγιο και τα κανε όλα χίλια κομματάκια. Ύστερα, πήρε τα παπούτσια για να τα πετσοκόψει, όπως είπε, κι αυτά με το ψαλίδι και βγήκε από το δωμάτιο μου.


Έκατσα στην άκρη του κρεβατιού μου κάμποση ώρα σα ναρκωμένος, χωρίς να σκέπτομαι, χωρίς να αισθάνομαι τίποτα. Μα σιγά σιγά άρχισα να συνέρχομαι. Ένιωσα επιτακτική την ανάγκη να κατουρήσω. Σηκώθηκα να πάω στο μπάνιο. Και, στο χολ, έπιασα τον πατέρα μου επ’ αυτοφώρω να δοκιμάζει ένα απ’ τα παπούτσια, σόλα με σόλα, με το δικό του για να δει αν του κάνουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου