Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Γράμματα στην Ν. #6




















Υπάρχουν άνθρωποι που ποτέ δεν είχαν κάτι δικό τους στη ζωή. Δεν εννοώ ιδιοκτησία, εννοώ συγγένεια. Υπάρχουν λοιπόν άνθρωποι που δεν ένιωσαν ποτέ κοντά σε κάτι μέχρι που τους ταρακούνησε η ζωή και αρπάχτηκαν από κάπου για να σωθούνε. Το βρήκαν στην ποίηση ενώ έπρεπε να το βρουν στην επανάσταση. Ξέρω που ζω όμως μωρό μου και σε ποιές συνθήκες αναπνέω. Δεν συμβαίνει κανένα ένοπλο αντάρτικο στη γειτονιά μου και οι άνθρωποι συνεχίζουν να ανακαλύπτουν την ποίηση μέσα απ’ την ερωτική απογοήτευση ή έστω το ξεχύλισμα της κάβλας απ’ το μαλό τους. Είναι βαρετοί όταν λένε τις ιστορίες τους. Είναι απαίσιοι όμως, όταν τις χρησιμοποιούν για να τεκμηριώσουν την μανία τους να καθορίζονται και να ξεκινούν από κάτι ξένο προς αυτούς. Όποιος θέλει να τιμήσει τον έρωτα ας κόψει τις φλέβες του καλύτερα παρά να αρχίσει να γράφει στίχους. Είναι πιο έντιμο έτσι, είναι πιο καθαρό.

Ο κόσμος δεν έχει ζωή εκεί έξω, κι όμως την αποκτά εκβιάζοντας την πραγματικότητα να του την δώσει. Δεν είναι κακή επιλογή αυτό. Μακάρι όλη η ανθρωπότητα να ζούσε συνεχώς με ένα πιστόλι στον κρόταφο της, πράγμα που φυσικά συμβαίνει, απλά κάποιος είχε την ατυχή ιδέα να περάσει το όπλο με ένα δυο χέρια μπογιά που το κάναν αόρατο. Και έτσι οι άνθρωποι που κηρύσουν πόλεμο στην καπιταλιστική πραγματικότητα λιγοστεύουν. Και έτσι οι άνθρωποι που γνώρισαν την ποίηση μέσα από τον (παραλίγο;) ερωτικό τους σύντροφο πολλαπλασιάζονται. Σιχάματα όλοι τους. Η ποίηση είναι για να την βρίσκεις μια άκυρη ώρα, χωρίς προφανή λόγο, να την κρατάς μες το κεφάλι σου ή μές τον κώλο σου για αιώνες μέχρι που να έρθει η στιγμή της πραγμάτωσης της. Γιαυτό είμαι περήφανος που έγραφα από όταν έμαθα γραφή και ανάγνωση αλλά έγραψα καλά μόνο μετά τις πρώτες μου φρίκες μαζί σου. Γιατί δεν χρειάζεται να λέω σε κανέναν «Α εγώ αν δεν ήταν η Ν. δε θα έγραφα» αλλά μπορώ να λέω σε όποιον γουστάρει να μ'ακούσει «Α ναι αυτό το γραψα γιατί ήμουν φρικαρισμένος με μια τύπισσα». Εμείς εκπροσωπούμε το ρομαντισμό, όλοι οι υπόλοιποι εκπροσωπούν τη νέα δημοκρατία και το σύριζα. Γαμιούνται και αυτοί και η μάνα τους.

Όταν είχαμε πρωτογνωριστεί θα μπορούσαμε να μην είχαμε γνωριστεί γιατί εγώ βαριούμουν για πολλοστή φορά να βγω απ’ το σπίτι αλλά ένιωθα τύψεις για τα άκυρα που έριχνα στον κόσμο και με το ζόρι εν τέλει με τράβηξαν έξω. Μετά δεν πολυψηνόμουν να γίνει κάτι αλλά πάλι ένιωθα άσχημα που κόντευα να γίνω ασέξουαλ. Μετά ψηθήκαμε και οι δύο κλπ κλπ, μέχρι τη μέρα που γίναμε pen-friends με ή χωρίς benefits (εξαρτάται την οπτική γωνία). Κάθε μικροαστός χίπης έχει το roadtrip που του αξίζει και εγώ λιώνω στην Αθήνα ενώ εσύ κάπου στα Βαλκάνια. Εδώ που φτάσαμε δεν πειράζει όμως. Πιστεύω πως στα σιωπηλά, έστω και με τα γράμματα που ανταλλάσουμε αναγνωρίζουμε 1-2 πράγματα ο ένας στην άλλη και το αντίστροφο. Βέβαια εγώ δε θέλω πια κρέντιτς για τίποτα, αλλά  μονάχα να μπορέσω να σε δω μια φορά σα ποιήτρια, σα «συνάδερφο» και όχι να με πιάνουν ταχυπαλμίες με τους στίχους που γράφεις.  Στέλνω κανά ποιήμα σου στα «παιδιά» που και που. Γουστάρουν με ότι διαβάζουν και εγώ γουστάρω με την αυτοσυγκράτηση μου να μην τους σκοτώσω τόσο καιρό. Γιατί αυτοί πορώνονται με τα ερωτικοαριστεροχαζά που γράφεις, ενώ εγώ φρικάρω για το με ποιόν τραβιέσαι. Τώρα θα μου πεις το ίδιο μπορεί να παθαίνεις και εσύ με μένα, αλλά ακόμα κι αν είναι έτσι, αν είναι η ψυχική μου ισσοροπία να βασίζεται στο ότι τρώμε τις ίδιες φρίκες και όχι σε κάτι πιο κοντά στην ψευτική, αλλά πολύ πιο υγιή, χολυγουντιανή αγάπη τότε κλάφτα. Θα πάρω τα όπλα και θα γίνω χριστιανός, απ’ τους καλούς όμως. Ξέρεις εσύ.

Δεν πιστεύω πραγματικά πώς  ο ρόλος του κομμουνιστή συμβαδίζει με αυτόν του ποιητή. Ένας ποιητής μπορεί βεβαίως να είναι φιλοκομμουνιστής και να μάχεται για ένα καλύτερο αύριο, όπως και ένας κομμουνιστής να ενδιαφέρεται και να ασχολείται με ζήλο με την ποίηση. Πήγα να σπουδάσω φιλόλογος μήπως καταφέρω να γίνω το δεύτερο. Τελικά δε δούλεψε. Εξακολουθώ να βλέπω την πραγματικότητα  θολωμένη μέσα από τα φίλτρα και τη σκόνη μιας πολύ αμφίβολης τελικά επανάστασης,  μιας καθόλα πιθανής αυτοκτονίας των φίλων μου (μιας και εγώ είμαι ένα ματεριαλιστικό καθήκι που δεν θα πάταγε ποτέ τη σκανδάλη) και ενός ενδεχόμενου γάμου με την κατάθλιψη μετά από χρόνια και χρόνια αγνού πλατωνικού έρωτα και άγριου ξεσκίσματος όποτε βρίσκαμε χώρο και χρόνο. Εξακολουθώ δηλαδή να είμαι ποιητής και αυτό πάνω κάτω σημαίνει να σκέφτομαι κώλους και βυζιά στις πορείες αλλά να θέλω να μιλήσω για την επανάσταση όταν είμαι μαζί σου. Shit happens και δε θέλω μπράβο ούτε σφαλιάρες. Τα χω χορτάσει.

Meanwhile παρατηρώ μια ευχάριστη αποκλιμάκωση στα γράμματα μας. Κάποτε όταν ήταν κάτι δικό σου είχα ταχυκαρδίες για ώρες ή μέρες ακόμα. Τώρα για μερικά δεκάλεπτα. Φταίει και η απόσταση βέβαια, συχνά πυκνά τα γαμάει όλα αλλά ποιός μπορεί να πει σε έναν άνθρωπο να μην φτιάξει ή να μην καταστρέψει τη ζωή του όταν μπορεί να το κάνει. Και επίσης δεν παίρνω όρκο ότι υπάρχει ασφάλεια πουθενά στον πλανήτη, άρα δε μπορώ να σου πω προτείνω και τον επόμενο προορισμό σου, πέρνα καμιά βόλτα πάντως κι απ’ τη μητρόπολη. Ίσως πιούμε και κανάν καφέ στα κόφι άιλαντ.

-          Ασχολείσαι με τίποτα στη ζωή σου
-          Ε..... γράφω
-          Α γαμώ και γιατί το λες έτσι;
-          Ναι, χμ, αχμ....

Όμορφοι καθημερινοί διάλογοι δηλαδή, όπως αυτός με τον οποίο γνωριστήκαμε. Θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι ένα ωραίο ποιήμα από μόνο του. Αλλά η ποίηση δεν είναι πράξη, είναι κατάσταση και τρόπος αντίληψης, πράξη είναι η πεζογραφία γιατί διαφέρει στο εξής απ’ την ποίηση: ένα ποιήμα γράφεται και βιώνεται πάντα σα φρίκη, σαν στιγμιαίο μανιακό επεισόδιο και δεν χρειάζεται να απολογηθείς για αυτό. Αν άρεσε γαμώ. Αν δεν πάλι γαμώ. Αν σε κράζουν γιαυτό, δεν τρέχει τίποτα, εσύ απλά είχες πιεί λίγο παραπάνω.

Όμως με την πεζογραφία είναι  αλλιώς, όλα τα σπουδαία πεζογραφήματα ήταν ποιήματα που ξέφυγαν απ’  το προβλεπόμενο μέγεθος ή έστω έτσι μ’αρέσει να το σκέφτομαι. Είναι ποιήματα στα οποία αφού βιώθηκε η αρχική φρίκη και απελπισία στη συνέχεια οργανώθηκε, χτίστηκε, μελετήθηκε και έγινε αντικείμενο χλεύης. Είναι σεξ χωρίς προφυλάξεις, όπου σκοπός είναι όντως η αναπαραγωγή και όχι μόνο η κάβλα. Και έτσι προκύπτουν τα παιδιά του πεζογράφου, που όπως όλα τα παιδιά θα γεννηθούν σε έναν απαίσιο κόσμο, χωρίς να ερωτηθούν αν τον επιθυμούν, θα υποταχθούν στις επιλογές των γονιών και θα στιγματιστούν από αυτές. Πάνω απ’ όλα θα υποχρεωθούν να ζήσουν και όταν το συνηθίσουν θα πρέπει ξανά να υποχρεωθούν να πεθάνουν.


Γιαυτό βεβαίως και τα πεζογραφήματα μου αποδίδουν πολύ καλύτερα τη σχέση μας απ’ ότι τα ποίηματα. Ποιός τα γαμάει και αυτά;.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου