Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Γράμματα στην Ν. #6




















Υπάρχουν άνθρωποι που ποτέ δεν είχαν κάτι δικό τους στη ζωή. Δεν εννοώ ιδιοκτησία, εννοώ συγγένεια. Υπάρχουν λοιπόν άνθρωποι που δεν ένιωσαν ποτέ κοντά σε κάτι μέχρι που τους ταρακούνησε η ζωή και αρπάχτηκαν από κάπου για να σωθούνε. Το βρήκαν στην ποίηση ενώ έπρεπε να το βρουν στην επανάσταση. Ξέρω που ζω όμως μωρό μου και σε ποιές συνθήκες αναπνέω. Δεν συμβαίνει κανένα ένοπλο αντάρτικο στη γειτονιά μου και οι άνθρωποι συνεχίζουν να ανακαλύπτουν την ποίηση μέσα απ’ την ερωτική απογοήτευση ή έστω το ξεχύλισμα της κάβλας απ’ το μαλό τους. Είναι βαρετοί όταν λένε τις ιστορίες τους. Είναι απαίσιοι όμως, όταν τις χρησιμοποιούν για να τεκμηριώσουν την μανία τους να καθορίζονται και να ξεκινούν από κάτι ξένο προς αυτούς. Όποιος θέλει να τιμήσει τον έρωτα ας κόψει τις φλέβες του καλύτερα παρά να αρχίσει να γράφει στίχους. Είναι πιο έντιμο έτσι, είναι πιο καθαρό.

Ο κόσμος δεν έχει ζωή εκεί έξω, κι όμως την αποκτά εκβιάζοντας την πραγματικότητα να του την δώσει. Δεν είναι κακή επιλογή αυτό. Μακάρι όλη η ανθρωπότητα να ζούσε συνεχώς με ένα πιστόλι στον κρόταφο της, πράγμα που φυσικά συμβαίνει, απλά κάποιος είχε την ατυχή ιδέα να περάσει το όπλο με ένα δυο χέρια μπογιά που το κάναν αόρατο. Και έτσι οι άνθρωποι που κηρύσουν πόλεμο στην καπιταλιστική πραγματικότητα λιγοστεύουν. Και έτσι οι άνθρωποι που γνώρισαν την ποίηση μέσα από τον (παραλίγο;) ερωτικό τους σύντροφο πολλαπλασιάζονται. Σιχάματα όλοι τους. Η ποίηση είναι για να την βρίσκεις μια άκυρη ώρα, χωρίς προφανή λόγο, να την κρατάς μες το κεφάλι σου ή μές τον κώλο σου για αιώνες μέχρι που να έρθει η στιγμή της πραγμάτωσης της. Γιαυτό είμαι περήφανος που έγραφα από όταν έμαθα γραφή και ανάγνωση αλλά έγραψα καλά μόνο μετά τις πρώτες μου φρίκες μαζί σου. Γιατί δεν χρειάζεται να λέω σε κανέναν «Α εγώ αν δεν ήταν η Ν. δε θα έγραφα» αλλά μπορώ να λέω σε όποιον γουστάρει να μ'ακούσει «Α ναι αυτό το γραψα γιατί ήμουν φρικαρισμένος με μια τύπισσα». Εμείς εκπροσωπούμε το ρομαντισμό, όλοι οι υπόλοιποι εκπροσωπούν τη νέα δημοκρατία και το σύριζα. Γαμιούνται και αυτοί και η μάνα τους.

Όταν είχαμε πρωτογνωριστεί θα μπορούσαμε να μην είχαμε γνωριστεί γιατί εγώ βαριούμουν για πολλοστή φορά να βγω απ’ το σπίτι αλλά ένιωθα τύψεις για τα άκυρα που έριχνα στον κόσμο και με το ζόρι εν τέλει με τράβηξαν έξω. Μετά δεν πολυψηνόμουν να γίνει κάτι αλλά πάλι ένιωθα άσχημα που κόντευα να γίνω ασέξουαλ. Μετά ψηθήκαμε και οι δύο κλπ κλπ, μέχρι τη μέρα που γίναμε pen-friends με ή χωρίς benefits (εξαρτάται την οπτική γωνία). Κάθε μικροαστός χίπης έχει το roadtrip που του αξίζει και εγώ λιώνω στην Αθήνα ενώ εσύ κάπου στα Βαλκάνια. Εδώ που φτάσαμε δεν πειράζει όμως. Πιστεύω πως στα σιωπηλά, έστω και με τα γράμματα που ανταλλάσουμε αναγνωρίζουμε 1-2 πράγματα ο ένας στην άλλη και το αντίστροφο. Βέβαια εγώ δε θέλω πια κρέντιτς για τίποτα, αλλά  μονάχα να μπορέσω να σε δω μια φορά σα ποιήτρια, σα «συνάδερφο» και όχι να με πιάνουν ταχυπαλμίες με τους στίχους που γράφεις.  Στέλνω κανά ποιήμα σου στα «παιδιά» που και που. Γουστάρουν με ότι διαβάζουν και εγώ γουστάρω με την αυτοσυγκράτηση μου να μην τους σκοτώσω τόσο καιρό. Γιατί αυτοί πορώνονται με τα ερωτικοαριστεροχαζά που γράφεις, ενώ εγώ φρικάρω για το με ποιόν τραβιέσαι. Τώρα θα μου πεις το ίδιο μπορεί να παθαίνεις και εσύ με μένα, αλλά ακόμα κι αν είναι έτσι, αν είναι η ψυχική μου ισσοροπία να βασίζεται στο ότι τρώμε τις ίδιες φρίκες και όχι σε κάτι πιο κοντά στην ψευτική, αλλά πολύ πιο υγιή, χολυγουντιανή αγάπη τότε κλάφτα. Θα πάρω τα όπλα και θα γίνω χριστιανός, απ’ τους καλούς όμως. Ξέρεις εσύ.

Δεν πιστεύω πραγματικά πώς  ο ρόλος του κομμουνιστή συμβαδίζει με αυτόν του ποιητή. Ένας ποιητής μπορεί βεβαίως να είναι φιλοκομμουνιστής και να μάχεται για ένα καλύτερο αύριο, όπως και ένας κομμουνιστής να ενδιαφέρεται και να ασχολείται με ζήλο με την ποίηση. Πήγα να σπουδάσω φιλόλογος μήπως καταφέρω να γίνω το δεύτερο. Τελικά δε δούλεψε. Εξακολουθώ να βλέπω την πραγματικότητα  θολωμένη μέσα από τα φίλτρα και τη σκόνη μιας πολύ αμφίβολης τελικά επανάστασης,  μιας καθόλα πιθανής αυτοκτονίας των φίλων μου (μιας και εγώ είμαι ένα ματεριαλιστικό καθήκι που δεν θα πάταγε ποτέ τη σκανδάλη) και ενός ενδεχόμενου γάμου με την κατάθλιψη μετά από χρόνια και χρόνια αγνού πλατωνικού έρωτα και άγριου ξεσκίσματος όποτε βρίσκαμε χώρο και χρόνο. Εξακολουθώ δηλαδή να είμαι ποιητής και αυτό πάνω κάτω σημαίνει να σκέφτομαι κώλους και βυζιά στις πορείες αλλά να θέλω να μιλήσω για την επανάσταση όταν είμαι μαζί σου. Shit happens και δε θέλω μπράβο ούτε σφαλιάρες. Τα χω χορτάσει.

Meanwhile παρατηρώ μια ευχάριστη αποκλιμάκωση στα γράμματα μας. Κάποτε όταν ήταν κάτι δικό σου είχα ταχυκαρδίες για ώρες ή μέρες ακόμα. Τώρα για μερικά δεκάλεπτα. Φταίει και η απόσταση βέβαια, συχνά πυκνά τα γαμάει όλα αλλά ποιός μπορεί να πει σε έναν άνθρωπο να μην φτιάξει ή να μην καταστρέψει τη ζωή του όταν μπορεί να το κάνει. Και επίσης δεν παίρνω όρκο ότι υπάρχει ασφάλεια πουθενά στον πλανήτη, άρα δε μπορώ να σου πω προτείνω και τον επόμενο προορισμό σου, πέρνα καμιά βόλτα πάντως κι απ’ τη μητρόπολη. Ίσως πιούμε και κανάν καφέ στα κόφι άιλαντ.

-          Ασχολείσαι με τίποτα στη ζωή σου
-          Ε..... γράφω
-          Α γαμώ και γιατί το λες έτσι;
-          Ναι, χμ, αχμ....

Όμορφοι καθημερινοί διάλογοι δηλαδή, όπως αυτός με τον οποίο γνωριστήκαμε. Θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι ένα ωραίο ποιήμα από μόνο του. Αλλά η ποίηση δεν είναι πράξη, είναι κατάσταση και τρόπος αντίληψης, πράξη είναι η πεζογραφία γιατί διαφέρει στο εξής απ’ την ποίηση: ένα ποιήμα γράφεται και βιώνεται πάντα σα φρίκη, σαν στιγμιαίο μανιακό επεισόδιο και δεν χρειάζεται να απολογηθείς για αυτό. Αν άρεσε γαμώ. Αν δεν πάλι γαμώ. Αν σε κράζουν γιαυτό, δεν τρέχει τίποτα, εσύ απλά είχες πιεί λίγο παραπάνω.

Όμως με την πεζογραφία είναι  αλλιώς, όλα τα σπουδαία πεζογραφήματα ήταν ποιήματα που ξέφυγαν απ’  το προβλεπόμενο μέγεθος ή έστω έτσι μ’αρέσει να το σκέφτομαι. Είναι ποιήματα στα οποία αφού βιώθηκε η αρχική φρίκη και απελπισία στη συνέχεια οργανώθηκε, χτίστηκε, μελετήθηκε και έγινε αντικείμενο χλεύης. Είναι σεξ χωρίς προφυλάξεις, όπου σκοπός είναι όντως η αναπαραγωγή και όχι μόνο η κάβλα. Και έτσι προκύπτουν τα παιδιά του πεζογράφου, που όπως όλα τα παιδιά θα γεννηθούν σε έναν απαίσιο κόσμο, χωρίς να ερωτηθούν αν τον επιθυμούν, θα υποταχθούν στις επιλογές των γονιών και θα στιγματιστούν από αυτές. Πάνω απ’ όλα θα υποχρεωθούν να ζήσουν και όταν το συνηθίσουν θα πρέπει ξανά να υποχρεωθούν να πεθάνουν.


Γιαυτό βεβαίως και τα πεζογραφήματα μου αποδίδουν πολύ καλύτερα τη σχέση μας απ’ ότι τα ποίηματα. Ποιός τα γαμάει και αυτά;.

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Συνταγές γάτας.



Γατάκι με ρύζι βραστό.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο νόστιμο από το κρέας ενός μικρού γατιού, αν μάλιστα μαγειρευτεί σωστά μοιάζει πολύ στη γεύση με το συνηθισμένο και αγαπημένο μας κοτόπουλο. Ωστόσο αν είστε αληθινοί λάτρεις της γάτας, δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο για εσάς από το κρέας ενός γατιού στο οποίο έχει μόλις αφαιρεθεί το δέρμα.

Τα 6 και 8 χρονών παιδιά μου λατρεύουν αυτό το γεύμα, και όχι μόνο αυτό αλλά τα ενθαρρύνω να με βοηθάνε στην παρασκευή του κρατώντας τα μικρά γατάκια όσο αφαιρώ το δέρμα τους, πριν κόψω το λαιμό τους (των γατιών όχι των παιδιών μου χδ), μετά βίας περιμένουμε μέχρι το επόμενο νεογνό να είναι έτοιμο να χρησιμοποιηθεί για αυτό το υπέροχο πιάτο.

Επιπλέον αξίζει εδώ να αναφέρω ότι οι μπουφέδες με κύριο έδεσμα τους το κρέας γάτας είναι ιδανικοί για οικογενειακά τραπεζώματα Σχεδιάστε από νωρίς και καταψύχτε το κρέας του γατιού ώστε να έχετε 4 ή 5 μερίδες πρόχειρες.

Υλικά
2 κονσέρβες έτοιμης σούπας ή σούπα σε σκόνη.
300ml γάλα
1μιση ποτήρι νερό
Μισό κιλό κομμένα μαγειρεμένα γατάκια (για μια οικογένεια χρειάζονται τουλάχιστον 6 γατάκια)
1 μπολ ωμό ρύζι
2 κονσέρβες φασόλια
1μιση φλιτζάνι τριμένο τυρί.
1 φλυτζάνι κομμένο κρεμμύδι
3 σκελίδες σκόρδο
1 κουταλιά της σούπας αποξηραμένο μαιντανό
1μιση κουταλιά βασιλικό
1κουταλιά άνηθο.
Αλάτι και πιπέρι.

Οδηγίες.
Βάλτε τη χύτρα να βράζει. Σε ένα μεγάλο μπολ, ανακατέψτε τη σούπα το γάλα, το νερό, το κοτόπουλο, το ρύζι, τα πράσινα φασόλια το τριμμένο τυρί, το κρεμμύδια και το σκόρδο. Συνοδέψτε με όλα τα παραπάνω υλικά που αναφέραμε. Βάλτε το μίγμα στην κατσαρόλα  βράστε το μισή-μία ώρα, μέχρι να γίνει το ρύζι. Αν το νερό απορροφηθεί πολύ γρήγορα προσθέστε ανάλογα με τις ανάγκες σας.

Προτάσεις για γκουρμεδιάρηδες:
Ζωντανέψτε το γεύμα σας προσθέτοντας στην άκρη του πιάτου σας νυχάκια και ουρίτσες. Θα δώσουν άλλο αέρα στο δείπνο σας και θα εντυπωσιάσετε τους καλεσμένους σας.


Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

Πως να αντιμετωπίσετε την απουσία ενός αγαπημένου προσώπου


















Αρχικά
κόψτε τα φάρμακα που παίρνατε,
αλλά όχι επίτηδες.
Aπλά ξεχάστε να πάτε στο φαρμακείο  τις συνταγές
και όλα θα πάρουν το δρόμο τους.
Xωρίς φάρμακα θα κοιμάστε περίπου 37 ώρες τη μέρα,
έτσι θα ξεχάσετε και τις επόμενες συνταγές,
αλλά και το αγαπημένο σας πρόσωπο.
Κάντε δώρο στον εαυτό σας μπόλικο ύπνο
για να αναπληρώσετε τα βράδια που ξενυχτούσατε μιλώντας μαζί του στο τηλέφωνο,
στο facebook
ή σε φίλους γιαυτό.
Διαβάστε όλα τα βιβλία του κόσμου,
εκτός από αυτά στα οποία θα εξεταστείτε.
καμία πληροφορία δεν είναι άχρηστη,
εκτός αν σας ζητήσει να τη μάθετε κάποιος άλλος.
Είναι τελείως απαραίτητο να ξέρετε τα ποσοστά του τάδε εργατικού κόμματος
στην μολδαβία πχ.
ενώ η αγορά του χψ αργεντίνου μέσου από μια ομάδα που ούτε καν ξέρετε σε ποιά κατηγορία παίζει είναι σίγουρα κάτι το χρήσιμο.
πάρτε τηλέφωνο την μάνα σας,
κάντε σκοποβολή στην κεντρική λεωφόρο της περιοχής σας,
ζητήστε λεφτά από ζωγράφους. Κρατώντας τα στο χέρι
πηγαίντε σουπερ μαρκετ
«Θα πάρω μόνο μακαρόνια» ορκιστείτε
και μετά αγοράστε:
μπύρες
σαγκριά
δυό κρασιά της παρέας
ουίσκι
βότκα.
Αράξτε.
Για να μην αλλάζετε ρούχα κάθε μέρα απλά βγάλτε τα τελείως,
ξαναρχίστε το κάπνισμα,
μεθύστε όσο περισσότερο γίνεται,
κάντε διαγωνισμό ηλίθιου πεσίματος στο φέισμπουκ.
-νικάει όποιος μαζέψει τα περισσότερα πλοκ-
Όταν σας ξαναστείλουν χρήματα οι γονείς σας
αγοράστε μαστίγιο, χειροπέδες,
όπλο και σφαίρες.
Γεμίστε το σπίτι με πλαστικά ποτηράκια και πυροβολήστε αβέρτα,
δοκιμάστε το μαστίγιο πάνω σας,
χάστε το κλειδί απ’ τις χειροπέδες,
αγοράστε φαί με δανεικά,
μετά γκρινιάξτε σε αυτούς που σας δάνεισαν ότι παχύνατε.
Δηλώστε μπαισέξουαλ σε φεμινίστριες για να μην σας ζαλίζουν την πούτσα με το ανδρικό στρέιτ προνόμιο σας.
Ξαναμεθύστε.
Ορίστε ως μέγιστο στόχο της επανάστασης την νομιμοποίηση των ψυχεδελικών
και φασωθείτε ένα βράδυ με όλα τα αγοράκια εκτός απ’ αυτή που γουστάρετε.
τέλος
πάρτε το όπλο,
αφαιρέστε τις σφαίρες,
τοποθετείστε το στο στόμα σας
και προσευχηθείτε για μια τελευταία φορά.
Πατήστε την σκανδάλη.
Αν δεν ξαναξυπνήσετε ποτέ, τότε υπάρχει θεός
και αυτό το θαύμα ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσετε
την απουσία ενός αγαπημένου σας προσώπου.

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

Όλα είναι σκατά αλλά τουλάχιστον εδώ έχουμε έιρ-κοντίσιον


Το μόνο χειρότερο από τα σπίτια 
που είναι άδεια από αλκοόλ,
λεφτά,
φαί,
γυναίκες
είναι τα σπίτια
που είναι άδεια από αλκοόλ,
λεφτά,
φαί,
γυναίκες
και κλιματισμό.


Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Ζωντανός;




















Δεν με κρατάνε ζωντανό τα βιβλία μου
αλλά το να λιώνω μύγες με αυτά,
να τα πετάω στον καναπέ,
και να τα χάνω στο μετρό.
Δεν με κρατάνε ζωντανό οι γυναίκες,
αλλά το ότι μου φτιάχνεις κρέπες
πριν φύγω ταξίδι
και με μαλώνεις που πίνω.
Δεν με κρατάνε ζωντανό τα κατοικίδια,
αλλά τα σημάδια από τα νύχια
της πρώτης μου γάτας,
που την διώξαμε γιατί πήδαγε τα μικρά της.
Δεν με κρατάνε ζωντανό οι άνθρωποι,
με διασκεδάζουν,
με πονάνε,
και δε θα πλήρωναν ποτέ την κηδεία μου.

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Ο πατέρας μου - Κώστας Ταχτσής

Το παρακάτω διήγημα είναι ένα απ' τα πολλά που υπάρχουν στην συλλογή διηγημάτων του Κ.Τ. με τίτλο "Τα ρέστα". Για κάποιους η συλλογή θεωρείται απείρως κατώτερη από το "Τρίτο στεφάνι" (Το σημαντικότερο έργο του Ταχτσή). Για μένα, σταθερό αναγνώστη του εδώ και μερικά χρόνια, είναι μια υπέροχη ματιά στα πράγματα από μια σκοπιά αρκετά εχθρική και αρκετά φιλική απέναντι στους "κύκλους" μας.

Δεν δημοσιεύεται όλο αλλά το κομμάτι που ανέβασα στέκεται μια χαρά από μόνο του.



Στην Κατοχή, ο πατέρας μου, παρ’ όλο που τον πήρε αργότερα και αυτόν η μπάλα, πρέπει να ομολογήσω πως δεν άνηκε στην κατηγορία εκείνη των ανθρώπων του Μεταξά, που, στ’όνομα του κοινού τους μίσους για τους κομμουνιστές, συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Αλλά δεν έκανε ποτέ και τίποτα εναντίον  τους. Εκτελούσε απλώς τ’ αστυνομικά του καθήκοντα, σα να μη συνέβαινε τίποτα. Γι’αυτόν, ένας κλέφτης στην Κατοχή, δεν έπαυε να ‘ν’ ένας κλέφτης. Θες γι’ αυτό, θες για ένα σωρό άλλους λόγους που δεν είχαν σχέση με το χαρακτήρα του, πεινάσαμε τότε και μεις σχεδόν όσο κι ο κάθε μέσος  Έλληνας.

Παρ’ όλα αυτά, δε γλίτωσε την ομηρία. Το σπίτι μας ήταν σ’ανταρτοκρατούμενη περιοχή κοντά στο Στάδιο. Ήρθαν ένα βραδυ και τον πήραν. Η μάνα μου έκλαιγε συνεχώς κι έλεγε πως δε θα τον ξαναβλέπαμε ποτέ. Όσον αφορά τον εαυτό της, τα προαισθήματα της βγήκανε αληθινά. Ένα μήν αργότερα, στο Κολωνάκι, που ‘χε πάει για να πάρει κάτι τρόφιμα, τη βρήκε μια αδέσποτη σφαίρα, την πήγανε σε μια κλινική, την εγχείρησαν, μα δε συνήλθε ποτέ, ούτε καν για να πει δυο λόγια σε μένα που πέρασα στο προσκέφαλο της την πρώτη αγωνιώδη νύχτα της ζωής μου –ήμουνα δεκαπέντε χρονώ. Απ’ τις ανακρίσεις αποδείχτηκε πως η σφαίρα προερχόταν απ’ το πιστόλι ενός μπουραντά, που ‘χε πάθει, όπως είπαν, νευρικό κλονισμό –τότε που τους είχαν μαντρώσει προσωρινά στη Φρουρά Ευζώνων- βρήκε ένα όπλο κι άρχισε να πυροβολάει στον αέρα.

Ο πατέρας μου γύρισε απ’ την ομηρία ζωντανός, μα σ’ άθλια κατάσταση. Νομίζω –παρά την αντίθετη γνώμη που είχα τότε- πως ο θάνατος της μάνας μου του στοίχισε πολύ. Μα σε δυο-τρεις μήνες άρχισε να συνέρχεται, και την άνοιξη του ’46 ξαναπαντρεύτηκε. Ξενοικιάσαμε το σπίτι μας –γιατί τόσα χρόνια δεν είχε αξιωθεί ούτ’ ένα σπίτι να φτιάξει- και πήγαμε να μείνουμε στο σπίτι της γυναίκας του.

Προτιμώ να μη θυμάμαι, κι ακόμα λιγότερο να γράφω, για όλη αυτή την περίοδο της ζωής μου, που, αν και χρονικά σύντομη, σε μένα φάνηκε ολόκληρος αιώνας. Κάποτε, αν καταφέρω και τα ξεδιαλύνω και εγώ ο ίδιος, θα μιλήσω για τις επιπτώσεις που είχε στην κατοπινή ζωή μου.
Εδώ, με κίνδυνο να δώσω μελοδραματικό τόνο σε μια διήγηση που θέλω στεγνή κι απαλλαγμένη από αισθηματισμούς, θα πω ότι μισούσα την –ας την πω με τ’ όνομα της- τη Βιβή, περισσότερο απ’ ότι μίσησα οτιδήποτε άλλο ποτέ μου, κι ότι κι εκείνη, παρ’όλη την προσποίηση της, προπάντων στην αρχή, ανταπέδιδε ολόψυχα τα αισθήματα μου.

Παρ’ όλα αυτά, δεν τσακώθηκα ποτέ μαζί της. Ποτέ δε με μάλωσε η ίδια για τίποτα. Δεν τολμούσε. Ή τ’ απέφευγε από πονηριά προτιμώντας να παριστάνει το θύμα, και καραδοκώντας την ευκαιρία να μου δώσει ένα καίριο πλήγμα που θα την απήλλασε μια και καλή απ’ την παρουσία μου. Καμιά φορά μάλιστα, όταν  τσακωνόμουνα με τον πατέρα μου, δηλαδή όταν θύμωνε και μ’ έβριζε, η Βιβή έπαιρνε το μέρος μου. Το τι λέγαν μεταξύ τους, είναι άλλη ιστορία.

Το φθινώπορο του ’46 ο πατέρας μου αποστρατεύτηκε λόγω ορίου ηλικίας. Αργότερα βρήκε δουλειά αστυνομικού συντάκτη σε μια εφημερίδα. Μα για ένα διάστημα περνούσαμε με τη σύνταξη του και κάτι λίγα λεφτά που ‘χε η Βιβή απ’ τον πρώτο της άντρα. Κόντευα να κλείσω τα δεκαεφτά, και δε μου ‘δινε ποτέ πεντάρα χαρτζιλίκι. Όσο για ρούχα, στην κατοχή ήμουνα καλύτερα ντυμένος.

Είν’ αλήθεια πως ακόμα τότε η ζωή μου ήταν δύσκολη. Ο κόσμος δεν είχε αρχίσει να συνέρχεται απ’ τις καταστροφές του πολέμου. Πολλά απ’ τα σπίτια στη συνοικία μας ήταν ακόμα διάτριτα απ’ τις σφαίρες και τα θραύμαστα των όλμων του απ’ τα δεκεμβριανά που, άλλωστε, συνεχιζόντουσαν μ’ άλλη μορφή πενήντα μόλις χιλιόμετρα έξω απ’ την Αθήνα. Θέλω να πω, ο περισσότερος κόσμος τα ‘φερνε ακόμα βόλτα πολύ δύσκολα. Δεν υπήρχανε λεφτά. Σε καλούσαν σ’ ένα πάρτι κι έπρεπε, όπως στην Κατοχή, να πας, αν όχι με το φαί σου, τουλάχιστον ένα γλυκό, κάτι. Κι επειδή δεν καταδεχόμουν να ζητήσω απ’ τη Βιβή να μου φτιάξει γλυκό, με καλούσανε διάφοροι συμμαθητές μου σε πάρτι στα οποία μαζευόντουσαν ένα σωρό κορίτσια, και ντρεπόμουν να πάω.

Περιπλανιόμουνα στους δρόμους της Αθήνας. Στο Σύνταγμα. Στο Ζάππειο. Είχα διάφορες εφήμερες, ύποπτες ερωτικές περιπέτειες, όχι μόνο με γυναίκες, μα και μ’ άντρες. Έτσι γνώρισα τον Πωλ.
Ήταν είκοσι εφτά χρονώ, έφεδρος λοχαγός του αγγλικού στρατού. Είχε έρθει απ’ την Παλαιστίνη μ’αναρρωτική άδεια ύστερα από μια άδοξη εγχείρηση ομφαλοκήλης, και μέρα με τη μέρα, περίμενε τη διαταγή της αποστράτευσης του για να γυρίσει στην Αγγλία.

Συνήθως πηγαίναμε στη Γλυφάδα. Ξαπλώναμε σε μια έρημη αμμουδιά, γεμάτη ακόμα απ’ τα σκουριασμένα πια συρματοπλέγματα που είχαν αφήσει πίσω τους οι Γερμανοί. Ο Πωλ, μ’όλο που ακόμα ήταν Μάης, γδυνόταν ολοτσίτσιδος κι έκανε ηλιοθεραπεία. Εγώ κοιτούσα την ουλή της εγχείρησης λίγο πάνω απ’ τον αφαλό του. Ή τη Θάλασσα, που έβλεπα ακόμα με τα μάτια της ρηχής πρόζας του Καρκαβίτσα που μαθαίναμε στο σχολείο ή των θαλασσογραφιών που υπήρχανε στο σπίτι της Βιβής και των άλλων σπιτιών του στενού μας περιβάλλοντος.

Καμιά φορά πηγαίναμε στην Ακρόπολη –τα βράδια. Ξαπλώναμε πάνω στο γρασίδι και τα αγριολούλουδα, και κοιτάζαμε τα φώτα της Αθήνας που είχαν αρχίσει να λάμπουν πάλι δειλά δειλά ύστερ’ απ’ το συσκοτισμό της Κατοχής, που είχα καταντήσει να θεωρώ σαν το φυσικότερο πράμα στον κόσμο. Τώρα, πλάι στον Πωλ, άρχισα να υποπτεύομαι πως η ζωή δεν ήταν, κατ’ανάγκη, γεμάτη φόβο, ανθρώπους πεσμένους στο δρόμο με τα μυαλά χυμέν’ απ’ έξω, ή μανάδες ανίκανες να θηλάσουν τα μωρά τους απ’ την πολλή αδυναμία. Άρχισα να παραμελώ τα μαθήματα του σχολείου, και να γράφω ποιήματα και διάφορες αναμνήσεις απ’ την Κατοχή. Κρατούσα κι ένα ημερολόγιο.
Φυσικά, καμιά φορά αργούσα πολύ να γυρίσω σπίτι.  Έβρισκα την εξώπορτα κλειδωμένη. Έβγαινε ο πατέρας μου με τα σώβρακα και μου άνοιγε βρίζοντας. Εγώ, κλειδωνόμουνα στο δωμάτιο μου και περιέγραφα στο ημερολόγιο μου τι είχα κάνει όλο το βράδυ...

Αρχές Ιουνίου ήρθε η διαταγή που περίμενε ο Πώλ. Την τελευταία βραδιά που τον συναντησα, μου φερε γι’αποχαιρετιστήριο δώρο ένα ζευγάρι παπούτσια που ‘χε αγοράσει στην καντίνα των Άγγλων αξιωματικών. Ήταν ένα καταπληκτικό ζευγάρι παπούτσια από χοιρόδερμα, κι η μεγάλη μου δυστυχία για κάμποσο καιρό μετά, ήταν που δε θα μπορούσα να τα φορέσω, πρώτον γιατί θα ‘πρεπε να εξηγήσω στον πατέρα μου την προέλευση τους, κι ήξερα πως δεν έχαβε έυκολα τα ψέματα, και δεύτερον επειδή, που να πάρει ο διάολος, ήταν ένα νούμερο μεγαλύτερα απ’ το δικό μου, και τα πόδια μου έπλεαν μέσα. Τα κλείδωσα λοιπόν κι αυτά, μαζί με τα γραφτά και το ημερολόγιο μου, στο μοναδικό συρτάρι του μικρού γραφείου μου που είχε κλειδί.

Ένα μεσημέρι, γύρισα ανύποπτος απ’ το σχολείο, και είδα τον πατέρα μου στο δωμάτιο μου. Καθόταν στο γραφείο μου κι ήταν απορροφημένος στην ανάγνωση του ημερολόγιου μου. Πάνω στο κρεβάτι μου ήταν ακουμπισμένα τα παπούτσια του Πωλ.

Μόλις με είδε, σηκώθηκε, μ’άρπαξε απ’ το πουκάμισο, το τράβηξε και το σκισε. Έβγαλε τη ζωστήρα του. Άρχισε να χτυπάει όπου έβρισκε. Κι έβριζε. Έβριζε. Έλεγε ξανά και ξανά αυτό που δεν ήξερα ακόμα ότι ήμουνα, αυτό που μπορεί ακόμα να μην ήμουνα, που, Θε μου, χρειάστηκαν σχεδόν είκοσι χρόνια άγχους και αυτοκαταστροφής για να αρχίσω να καταλαβαίνω πως δεν είμαι, το λεγε, το λεγε, με τα χυδαιότερα λόγια. Στο τέλος, όταν κουράστηκε, άρπαξε ασθμαίνοντας τα ποιήματα μου και το ημερολόγιο και τα κανε όλα χίλια κομματάκια. Ύστερα, πήρε τα παπούτσια για να τα πετσοκόψει, όπως είπε, κι αυτά με το ψαλίδι και βγήκε από το δωμάτιο μου.


Έκατσα στην άκρη του κρεβατιού μου κάμποση ώρα σα ναρκωμένος, χωρίς να σκέπτομαι, χωρίς να αισθάνομαι τίποτα. Μα σιγά σιγά άρχισα να συνέρχομαι. Ένιωσα επιτακτική την ανάγκη να κατουρήσω. Σηκώθηκα να πάω στο μπάνιο. Και, στο χολ, έπιασα τον πατέρα μου επ’ αυτοφώρω να δοκιμάζει ένα απ’ τα παπούτσια, σόλα με σόλα, με το δικό του για να δει αν του κάνουν.

Ποιήματα που έγραψα με διάφορα ρεμάλια