Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Κάθε Λύκειο Έχει Μια Μαθήτρια Που Παίρνει Τηλέφωνο Το Αγόρι Της Στις Σχολικές Εκδρομές.



Όσο πιο αργά πίνεις
τόσο πιο αργά αλλάζει ο κόσμος
και τόσο λιγότερο δικαίωση μοιάζει να υπάρχει
έλεγε ένας σύντροφος
και πράγματι
για τον ψυχάκια οδηγό λεωφορείου
που γαμοσταυρίζει χωρίς λόγο
και κάποια μέρα θα πεθάνει από ανακοπή καρδιάς πάνω στο τιμόνι παίρνοντας μαζί κάμποσους φουκαράδες
δεν θα υπάρξει καμία δικαίωση
για τους καρκινοπαθείς
που στοιβάζονται στις ουρές των παθολογικών με τις εξετάσεις στο χέρι
χωρίς να ξέρουν ακόμα ότι είναι καρκινοπαθείς
δεν θα υπάρξει καμία δικαίωση
για τους παππούδες με 50% αλτσχάιμερ
που φροντίζουν τις γυναίκες τους με 100% αλτσχάιμερ
δε θα υπάρξει καμιά δικαίωση.
για τους κροκόδειλους υπό εξαφάνιση, για τους τραγικούς έρωτες,
για τις αποτυχημένες απόπειρες δολοφονίας, για τις θεατρικές παραστάσεις που δεν ανέβηκαν,
για τους ανθρώπους που έκοψαν το αλκοόλ
δεν θα υπάρξει καμία μα καμία δικαίωση.
για τις κρίσεις πανικού, για τα κορίτσια που πάνε εκδρομή με το σχολείο τους χωρίς τα αγόρια τους, ομοίως, για τα μωβ λουλούδια στην αυλή
που άνθισαν αλλά μαράθηκαν γιατί δεν είχαν τειχάκι να στηριχθούν
δεν θα πρέπει να περιμένετε να δακρύσει κανείς.
κι αν ποτέ
δείτε κάποιον να ετοιμάζεται να κλάψει
να τον διακόψετε
και να μην τον αφήσετε να συνεχίσει
πείτε του
«Άστο καλύτερα»
καταπιείτε και τα δικά σας δάκρυα
όσο σκληρό κι αν είναι,
κουμπώστε κανά τρυπάκι
και ξανασκεφτείτε τα μωβ λουλούδια
και τους γέρους με 50% αλτσχάιμερ.
να πιάνετε πάντα κουβέντα σε δαύτους
όσο κουρασμένοι κι αν είστε.
μιλήστε τους για τον καιρό, για τα τοστ, για τον καφέ
πείτε τους τι κοπέλες σας αρέσουν συνήθως,
ομολογήστε πώς είστε και εσείς καθάρματα όπως και όλοι οι άλλοι εκεί έξω
και αυτό δεν σας καθησυχάζει καθόλου
κι αράξτε τέλος πάντων κάπου μαζί τους
γιατί δεν υπάρχει καμία μα καμία δικαίωση στη ζωή για τους ανθρώπους που δεν μάθανε να αράζουν.





Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Να πάω πορεία ή να ταίσω τη γάτα μου;




Tης είπα δως μου λίγο χρόνο μονο μου μπας και γράψω τίποτα
κι όντως δεν έγραψα τίποτα
«εδώ ο κόσμος καίγεται»
μπα
ο κόσμος δεν καίγεται καθόλου manmu
και δεν του καίγεται καρφάκι
αν έχεις καεί
με την κάθε καμένη υπόθεση
όσοι νομίζουν ότι η πόλη είναι μια τούρτα γενεθλίων
στην οποία απλά θα καρφώσουν κεράκια, θα βάλουν φωτιά
και μετά «φου» «φου» θα τα σβήσουν σε εορταστικό κλίμα
ε πραγματικά
δεν έχουν κάνει ποτέ γενέθλια μόνοι τους
τουλάχιστον με την ψυχολογική σημασία του πράγματος.
Η Αθήνα ήταν ανέκαθεν μια πόλη γεμάτη καμένα χαρτιά και καμένα μυαλά
ουδέν νεώτερον
είσαι και εσύ στο αμήν και βαρέθηκες να σκέφτεσαι στρατηγικές και λύσεις
για μια μακροπρόθεσμη αλλαγή; /τράβα!/
τα προσωπικά μου συναισθήματα είναι τα εξής
ότι δεν είναι προσωπικά μου
και δεν είναι καν συναισθήματα
ελπίζω να ψειρίσει κανείς καμιά φωτογραφική και να την πουλήσει φθηνά στην πλατεία από βδομάδα μπας και καταφέρω να αγοράσω επιτέλους μία από δαύτες.
χεχεχε.
τις προάλλες
ήμασταν ανάμεσα σε μια σύγκρουση με ματ
και σε ένα μπαρ
διάλεξαμε το μπαρ, χώθηκαμε στην τουαλέτα, σνίφαραμε μια γραμμή
ξαναβγήκαμε έξω. Ήταν ήσυχα πλέον. Όχι ότι θα βοηθούσα και ιδιαίτερα.
Οι κομμουνιστές λένε για ταξική οργάνωση ενάντια στο μπαχαλοδογματισμό της μαύρης μαυρίλας
έχουν τα δίκια τους, μάλλον έχουν τα περισσότερα
αλλά φαντάζομαι ότι μερικοί άλλοι έχουν πάψει να ενδιαφέρονται πια γιαυτά τα δίκια
ή να ενδιαφέρονται για οτιδήποτε.

Αν οι Κνίτες όμως διάβαζαν πιο προσεχτικά το Λειβαδίτη θα είχαν καταλάβει οτι υπάρχει μια λεπτή γραμμή, που δεν σνιφάρεται, αλλά αντίθετα συνδέει, την πρέζα, τον κομμουνισμό και τον έρωτα. Δεν μπορείς να βάλεις κάτι από αυτά τα τρία στη ζωή σου χωρίς να του παραχωρήσεις ένα μικρό κομμάτι του εγκέφαλου σου για πάντα. Μετά πέτα το, τσάκισε το, φτύστο. Δεν έχει σημασία. Αυτό το κομμάτι, πάει κάηκε κι αποχαιρέτα το, ακόμα κι αν γίνεις ο πιο συνεπής προδότης του στη συνέχεια. Ίσως υπάρχουν κι άλλα τέτοια πράγματα στη ζωή που σιγά σιγά καταλαμβάνουν όλο σου το μυαλό κι όταν τελειώνει αυτή η διεργασία είναι που αρχίζει η εξέγερση.

Αλλά γιατί να εμπιστευτείς ένα θέμα τοοοοοσο σημαντικό όπως οι εξεγέρσεις στο μυαλό σου;
Μαλάκας είσαι;

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Χαρτογραφώντας 9297n







Ο κόσμος μας είναι μια απέραντη μαύρη γλίτσα που στάζει σταγόνα-σταγόνα σε ένα τρύπιο κουβά. Πεθαίνουμε και στάζουμε, μα ελάχιστοι από εμάς έχουν την ευτυχία να πεθαίνουνε υγροί. Σκέφτομαι καμιά φορά, εκείνες τις ώρες που βάζω  μηχανικά κάποιο τραγούδι να παίζει απ’ τα ακουστικά και κατηφορίζω προς το κέντρο της αναλογιζόμενος  κάποια από αυτές τις γυναίκες που είχαν την δυστυχία να με ανεχτούν για λίγα ή περισσότερα βράδια ή την προννοητικότητα να το γλυτώσουν, ό,τι είναι μεγάλο πράγμα να κάνεις σεξ στη ζωή σου. Κάπου διάβαζα πώς υπάρχουν κοπάδια από φώκιες στα οποία τα 9/10 των αρσενικών δεν κάνει σεξ ποτέ. η ανθρώπινη κοινωνία βεβαίως δεν έχει τέτοια προβλήματα, αλλά όπως και οι φώκιες έτσι και οι άνθρωποι κάνουν απίστευτα δύσκολα τα πράγματα με το πρέπει να διασχίσουν, σπάσουν ή  χαράξουν μεγάλα κομμάτια πάγου για να φτάσουν στο κομμάτι με κρέας που επιθυμούν. Και βέβαια ούτε μιλάω ούτε προπαγανδίζω κάποια υποτιθέμενη σεξουαλική απελευθέρωση, το σεξ είναι απλά μια βιολογική ανάγκη μας λένε πολλοί. Έχουν δίκιο. Αλλά δίκιο έχουμε και εμείς στο ότι υπάρχει ήδη αρκετός κυνισμός στον κόσμο και η διατήρηση ενός μύθου, του μύθου του έρωτα είναι απείρως πιο σαγηνευτική από μερικές δεκάδες γαμήσια.

Στη ζωή υπάρχουν βασικά δύο τρόποι να κάνεις καλό σεξ. Ο ένας είναι να δωθείς στον Άλλο και να χαθείτε μαζί σε ένα ψυχεδελικό ταξίδι χαρτογράφησης νέων κόσμων που δε θα υπάρξουν ξανά για κανέναν παρά για εσάς τους δύο. Οι χάρτες αυτοί βέβαια δεν θα ‘χουν και μεγάλη αξία καθώς οι άνθρωποι που θα ανακαλύψουν αυτά τα μέρη αποκλείεται να ξεχάσουν τη διαδρομή και πάντα, είτε με βροχή είτε με πόλεμο θα γυρνάνε σε αυτά για ένα τελευταίο φίλι.

Ο άλλος τρόπος είναι αυτός της κατάκτησης του Άλλου. Και υπάρχουν πολλές μορφές κατάκτησης αλλά η πιο ουσιαστική είναι εκείνη η εξεγερτική επιθετικότητα που βγάζει από μέσα της τόνους καταπιεσμένων συναισθημάτων με την μορφή μιας φωτιάς που δεν ενδιαφέρεται τόσο για την κατάληξη της μάχης, όσο για να εξαλείψει ότι βρεθεί στο διάβα της, φίλο ή εχθρό. Αχ, οι άνθρωποι που μισούν ο ένας τον άλλο θα με καταλάβουν σε αυτό και θα καταλάβουν επίσης  ότι δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα στη ζωή που να 'ναι  καλύτερα από το χτύπημα, το πάθος, το μίσος, το αίμα και τον έρωτα αναμειγμένα.

Όλα όμως χρειάζονται και όλα μπορούν να μετατραπούν στα πάντα. Ένας νέος κόσμος που αντιδρά αρνητικά στην είσοδο του χαρτογράφου μπορεί να είναι η αφορμή για έναν ερωτικό παγκόσμιο πόλεμο αλλά και ένα πνιγμένο στο άρωμα και στα φιλιά μίσος, ίσως καταφέρει να πιαστεί από το όραμα της ψυχεδέλειας και  να τη γλυτώσει. Ερωτεύομαι άρα αξίζει να υπάρχω. Αξίζει για μένα, μόνο για μένα, για κανέναν δίπλα μου δεν μπορεί να έχει την ίδια σημασία. Αλλά δεν πειράζει γιατί για την αξία της ύπαρξης ,αντίθετα απ’ τον έρωτα, χρειάζεται μόνο ένα άτομο.


Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Οι ψυχτικές μηχανές και οι αγάπες



Η θερμοκρασία πέφτει
η θερμοκρασία υπάρχει στη φύση.
το πέσιμο υπάρχει στην τεχνική.
το πέσιμο θέλει τεχνική
κι η τέχνη πεσιμισμό.
το πέσιμο εννίοτε προκαλεί πεσσιμισμό,
κυρίως όταν γίνεται άτεχνα.
Τέχνη για μηχανοποιημένους καιρούς,
καιροί για κβαντομηχανική.
κάπα ΒΟΞ: Τεχνοκρατία και παιδεραστία.
Τεχνικές φλερτ και η σιωπηλή ανακοίνωση ότι:
«Καλέ, η σύγχρονη ρομποτική παράγει μηχανές
του σεξ για παιδόφιλους σε σχήμα μωρού!».

Υποψήφιοι για καλλιτεχνικές σχολές 
απασχολούν την τέχνη μου. Της
αφαιρούν την καρδιά και τις προσθέτουνε χρόνια ζωής
η ζωή είναι απλά ένας υπολογιστής σε simulation mode.
error 404, “heart not found”
οι επιστήμονες δακρύζουν, "Δε θα φτιαχνούν ποτέ ψυχές-μηχανές
όπως μηχανιιιιιιιικές καρδιές".
ίσως επειδή δεν μπορούν να βρούν καμιά ανθρώπινη για να αντιγράψουν.
κρίμα.
θα μπορούσαν να βρουν πολλούς ανθρώπους-μηχανές και να
φτιάξουν ανθρώπους-ανθρώπους. Αλλά κάτι τέτοιο θα μειώσει την πολλαπλότητα
των μηχανικών καταστάσεων που ζούμε.

Κανείς δε το θέλει αυτο.

Αμηχανία και έρωτας χορεύουν χέρι χέρι
ουίσκι με πάγο και αυτοκτονικά ωραία θέα
μηχανικά αγγίζονται τα χέρια με τα κάγκελα
ποιός λοιπόν θα κρεμαστεί απ’ το μπαλκόνι 
για να ‘ναι Νταλί και Ντα Βίντσι μαζί;







Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

SelfLess: Ηθικολογία και ηθική στην εποχή του posthumanism.

 




Το Selfless είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας του 2015. Στον πυρήνα της υπόθεσης της βρίσκεται η μεταβατική περίοδο μεταξύ homo sapiens και homo sapiens+. Δεν πρόκειται δηλαδή για κάποιον ακραία εξελιγμένο φουτουριστικό κόσμο αλλά για έναν χωροχρόνο ελάχιστα πιο μπροστά(ή μήπως ούτε αυτό;) από τον δικό μας.

Αναφορικά με το σενάριο: Ο μεγιστάνας ακινήτων Ντάμιαν Χέις, ένας καπιτάλας της σειράς δηλαδή, μαθαίνει ότι έχει καρκίνο σε τελικό στάδιο με πολλαπλές μεταστάσεις σε όλο του το κορμί. Θα μπορούσε να πει κάποιος, πως στα σχεδόν 70 χρόνια και με άπειρα επιτεύγματα στο ενεργητικό του, ο Ντάμιαν θα μπορούσε να συμβιβαστεί με το θάνατο που έπεται, αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι ακριβώς, αφού όχι μόνο ο Κροίσος της ταινίας φοβάται το τέλος, πράγμα λογικό, αλλά επιπλέον η σχέση του με την κόρη του έχει διαταραχτεί απίστευτα πολύ και αισθάνεται άσχημα που ποτέ δεν προσπάθησε να την καταλάβει και να επικοινωνήσει ουσιαστικά μαζί της, κάτι αναμενόμενο αφού αυτοί οι δύο ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους. Ο μπαμπάς στην αστική τάξη. Η μικρή πριγκίπισσα σε μια περιβαντολλογική ΜΚΟ, κοινώς στη μικροαστική τάξη.



Αν ψάχνετε κάποια φωνούλα που να επισημαίνει την ύπαρξη των κατώτερων τάξεων ως ανθρώπων και όχι ως μηχανές, δείτε κάτι άλλο.

Τον πανίσχυρο μεγιστάνα  προσεγγίζει κρυφά ο μυστηριώδης Δρ Αλμπράιτ. Ο γιατρός τού προσφέρει την ευκαιρία να συνεχίσει να ζει με τη βοήθεια μιας διαδικασίας που μεταφέρει τη δική του συνείδηση σε ένα ξένο σώμα. Η μόνη προϋπόθεση είναι ότι, για τη διατήρηση του απορρήτου του προγράμματος, ο Ντάμιαν θα χρειαστεί να κόψει όλους τους δεσμούς του με την προηγούμενη ζωή του. Απλά θα ξυπνήσει μια μέρα σε ένα άλλο κορμί, το οποίο όπως του λέει ο Δρ Αλμπράιτ (Allbright maybe?) μεγάλωσε σε εργαστήριο (σα γλάστρα ντε). Ο Ντάμιαν δέχεται. Και λίγες μέρες μετά μετά από μια επίπονη διαδικασία ξυπνάει στο νέο του κορμί. Η αποθεραπεία κρατάει αρκετές μέρες αλλά είναι επιτυχής. Έχει ένα νέο, 50χρονο κορμί, δεκάδες εκατομμύρια δολλάρια στην τράπεζα, ψεύτικη ταυτότητα και καμία υποχρέωση σε κανέναν. Ώρα για yolo.


Αφού λοιπόν κάνει κάτι παρέες από τη γειτονία και γαμήσει μερικά (αρκετά καλά ομολογουμένως) μουνάκια ο Ντάμιαν αρχίζει να παρατηρεί ότι κάτι δεν πάει καλά. Μια μέρα πάνω στο σεξ με μια ράντομ τύπισσα ξεχνάει να πάρει το χάπι που του έδωσε ο γιατρός για να παίρνει κάθε μέρα και αρχίζει να βασανίζεται από τρομερές ψευδαισθήσεις. Εικόνες μιας γυναίκας και ενός παιδιού εισβάλλουν στο μυαλό. Ο γιατρός δεν του απαντάει και πολύ ξεκάθαρα ή μάλλον του απαντάει ύποπτα στα τι το προκάλεσε αυτό. Διπλασιάζει απλά τη δόση του από το φάρμακο που παίρνει και τον στέλνει διακοπές στη χαβάη.

Αλλά ο Ντάμιαν που δε μασάει από γιατρούς και τέτοια, αξιοποιώντας στοιχεία απ’ τις ψευδαισθήσεις του, ανακαλύπτει ότι αυτές είναι...αληθινά γεγονότα. Βρίσκει το μέρος όπου λαμβάνουν χώρα και πηγαίνει αμέσως εκεί, όπου και μαθαίνει και την φρικτή αλήθεια. Το σώμα του δεν μεγάλωσε σε εργαστήριο αλλά το πούλησε ένας βετεράνος του αμερικάνικου στρατού. Πούλησε δηλαδή τον εαυτό του για να δεχτεί ο δόκτωρ Αλμπράιτ να πραγματοποιήσει δωρεάν μια επέμβαση που θα έσωζε την άρρωστη κόρη του.

Φυσικά ο Ντάμιαν που έχει καρδιά και κυρίως έχει και αυτός κόρη, συγκινείται και παρατάει την νέα ζωή του για να προστατέψει αυτές τις δύο. Τα υπόλοιπα δεν έχουν και μεγάλη σημασία. Στο τέλος ο Ντάμιαν απλά  σκοτώνει το γιατρό (και τον μοναδικό κάτοχο της μεθόδου για τη μεταφορά της συνείδησης από ένα σώμα σε άλλο), σώζει μάνα και κόρη, τα βρίσκει με την δικιά του κόρη και τέλος αφήνει τον εαυτό του να πεθάνει από την μη-κατανάλωση χαπιών που έδινε ο γιατρός. Η έλλειψη αυτών των χαπιών επιτρέπει στο μυαλό του προηγούμενου κατόχου του σώματος, του Μαρκ Μπιτγουέλ, να κυριαρχήσει στο μυαλό και να επιστρέψει σε αυτό. Λίγο πριν χαθεί για πάντα ο Ντάμιαν αφήνει ένα βίντεο στον Μαρκ που του εξηγεί τι έγινε, που είναι η γυναίκα και η κόρη του καθώς και τα λεφτά που τους άφησε.



Τέλος
Κλαπ κλαπ κλαπ.
Τι συγκινητικό.

Το να ψάξουμε απόλυτους ορισμούς της ηθικής και της ηθικολογίας είναι πέρα απ’ τις δυνάμεις μου, αλλά πιθανότατα και πέρα απ’ τις δυνατότητες της υπάρχουσας βιβλιογραφίας. Ωστόσο μπορούμε να υιοθετήσουμε την εξής πρόχειρη διάκριση:

Ηθική:  Ένα οργανωμένο, ζωντανό και υπαγόμενο σε αλλαγές σύστημα κανόνων, που μπορεί να καταστεί ιδεολογία και ρυθμιστικός άξονας της ζωής του ατόμου και της κοινωνίας εφόσον συνδεθεί ουσιαστικά με αυτή τη ζωή.
Ηθικολογία: Στείρος δογματισμός, διδακτισμός, αποστήθιση εντολών, μηδενική πρωτότυπη σκέψη κλπ. Ουσιαστικά ηθικολογία στις ταινίες σημαίνει να ψάχνεις εκ των προτέρων τι θεωρεί κακό η πλειοψηφία του κοινού σου, τι θεωρεί καλό και να του το αναπαράγεις. Φυσικά ακόμα και οι χριστιανοί (ή μουσουλμάνοι ή εβραίοι) δεν τρώνε το ίδιο φαί κάθε μέρα.

Κρατάμε αυτούς τους δύο ορισμούς και πάμε παρακάτω. Selfless σημαίνει βασικά δύο πράγματα, απ’ τη μία είναι ο ανιδιοτελής, ο unselfish. Απ’ την άλλη Self Less μπορεί κάλυτερα να είναι μια παράφραση του Less than Self, να είσαι δηλαδή λιγότερο απ’ τον εαυτό σου. Πιστεύω πως η ταινία επιδιώκει και τις δύο σημασίες στον τίτλο, αδιάρρηχτα συνεδεμένες μεταξύ τους, ο πρωταγωνιστής ξεκινάει ως Less than Self, πλούσιος μεν, αλλά ετοιμοθάνατος με το μόνο άτομο που αγαπάει να είναι μακριά και να μην επιδιώκει την συντροφιά και την αγάπη του, συνεχίζει ως Less than Self με το να κατοικίσει ένα νέο σώμα, μια νέα ταυτότητα, μια τελείως νέα ζωή.  Κάνει την αρχή για το Self Less με το ψάξει την πηγή των παραισθήσεων του και στη συνέχεια να προστατέψει μάνα και κόρη. Τέλος επιβεβαιώνει αυτή την ταυτότητα με το να μην πάρει τα χάπια του και να επιτρέψει στον παλιό κάτοχο του κορμιού να «επιστρέψει».

Selfless λοιπόν είναι η ανοδική μετάβαση (upward transition ) απ’ τον κόσμου του εγωπαθούς, στον κόσμο του ανιδιοτελούς πλάσματος. Είναι η ιστορία ενός πλούσιου που επιλέγει να πεθάνει παρά να πατάει επί πτωμάτων. Είναι η ιστορία ενός transition(απ’ το κακό στο καλό) που επιτυγχάνεται με την άρνηση ενός άλλου transition, αυτού του transhumanism, μιας μετάβασης δηλαδή σε μια εποχή όπου το σώμα θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα μας απασχολεί. Είναι μια πορεία αρνήσεων που διαδέχονται η μία την άλλη μέχρι να χτυπήσουν ταβάνι. Και γιαυτό είναι μια πορεία ουτοπική και ηθικολογική.

Με την ηθική μπορείς να κάνεις βασικά τρία πράγματα α) να την αποδεχτείς και να την εφαρμόσεις δημιουργικά β) να την παπαγαλίσεις και να την επιβάλλεις-διδάξεις γ) να την αρνηθείς ολοκληρωτικά ως προς εσένα. Στην ταινία αυτό σημαίνει τρεις βασικές εκδοχές:
1) Ο πρωταγωνιστής θα αξιοποιούσε τις γνώσεις που είχε και τα λεφτά του ώστε απειλώντας τον γιατρό να καταφέρουν σε λίγα ή περισσότερα χρόνια να τελειοποιήσουν τη μέθοδο ώστε να μην απαιτεί δολοφονίες (κάτι που έτσι κι αλλιώς ήθελε να πετύχει ο γιατρός) και να επιτρέψει αν όχι την αθανασία έστω μια ενδιαφέρουσα παράταση της ζωής των ανθρώπων. 2) Να σκοτώσει το γιατρό, τον εαυτό του και να σώσει την γυναίκα και την κόρη της. 3) Να συνεχίσει να ζει γαμώντας μουνάκια και ξοδεύοντας τα εκατοντάδες εκατομμύρια δολλάρια του.

Απορρίπτοντας τον μηδενισμό αλλά και την ηθική ο ήρωας μας δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να ξεπέσει στην ηθικολογία. Αλλά δεν είναι ο μόνος που το κάνει. Όλη η οπτική της ταινίας είναι ηθικολογική. Για τον πρώην κάτοχο του κορμιού που ήταν πεζοναύτης στο Αφγανιστάν δε γίνεται ποτέ κριτική. Παρουσιάζεται ως ένας οικογενειάρχης, θύμα μιας αρρώστιας της κόρης του, ενός φιλόδοξου επιστήμονα και ενός Μεγιστάνα που θέλει το σώμα του. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Οι μισθοφόροι του αμερικάνικου στρατού είναι αιτία, προυπόθεση και σαρξ εξ’ σαρκός των μεγαλοκαπιταλιστών των ΗΠΑ. Για να μπορέσει να γίνει κάποιος λεφτάς που αγοράζει ανθρώπους στην αμερική πρέπει να υπάρχει κάποιος άλλος έξω απ’ τα σύνορα που εξοντώνει κάθε απειλή για τα αμερικανικά γεωπολιτικά συμφέροντα. Οι φαντάροι του αμερικάνικου στρατού είναι μισθοφόροι, φουκαράδες πιθανόν και φτωχοδιάβολοι, ελάχιστα καλύτεροι ηθικά από τους καπιταλιστές της χώρας τους. Τι μας λέει γιαυτό η ταινία; Ότι το φανταράκι ήξερε να χειρίζεται όπλα. ΝΑΙ ΕΠΕΙΔΗ ΣΚΟΤΩΝΕ ΓΥΝΑΙΚΟΠΑΙΔΑ ΣΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ.

Η επιφανειακή και τολμώ να πω παιδική ανάλυση της πραγματικότητας δεν σταματάει εκεί, ο μεγιστάνας νιώθει τύψεις που κάποιος πούλησε το κορμί του για να σώσει την κόρη του. Ναι αλλά ακριβώς αυτό το οικονομικό σύστημα, του όλα πουλιούνται και όλα αγοράζονται είναι που επέτρεψε στον μεγιστάνα να νιώθει τύψεις τώρα. Ένας σοβαρός θεατής δεν θα συγκινηθεί, όπως δε θα συγκινηθεί και με την κόρη του μεγιστάνα που είναι ο ορισμός του κλισέ, η κόρη του πλούσιου μπαμπά που ασχολήθηκε με το περιβάλλον και δε του μιλάει επειδή είναι ένα πλούσιο καθήκι.
Τέλος ας σκεφτούμε το εξής. Έχεις μπροστά σου τον μοναδικό επιστήμονα που κατάφερε να φτιάξει μια μέθοδο που επιτρέπει στους ανθρώπους να ζήσουν για όσο θέλουν και τον σκοτώνεις επειδή ουσιαστικά α) πειραματίστηκε σε απελπισμένους ανθρώπους –κάτι που κάνουν οι πολυεθνικές εδώ και χρόνια- β) αγόρασε και πούλησε ζωές κατά βούληση –κάτι που έκανε ο πρωταγωνιστής για χρόνια- .

Σκοτώνεις μια απ’ τις μεγαλύτερες και αντικειμενικά χρήσιμες μεγαλοφυίες στον κόσμο επειδή είναι σκατάνθρωπος; Θα σκότωνες έναν επιστήμονα της ναζιστικής γερμανίας; Ίσως ναι και ίσως να είχες δίκιο, αλλά δε θα είχες δίκιο αν τον σκότωνες ενώ ήσουν ο Χίτλερ. Θες να είσαι ηθικός; Κάντο απ’ την σκοπιά των κατώτερων τάξεων. Αν έχεις λεφτά και είσαι μαλάκας τότε κράτα τον ανθρωπισμό για τον εαυτό σου και χρηματοδότησε την επιστημονική έρευνα είτε την κάνει φασίστας είτε αναρχικός. Σε κάθε περίπτωση μην αηδιάζεις για το γεγονός ότι οι άνθρωποι πουλάνε το κορμί τους τη στιγμή που το σύστημα που αναπαράγεις είναι που έχει παραδώσει τον τομέα της υγείας στο κεφάλαιο ώστε να καταστεί εμπόρευμα και όχι δικαίωμα.

Ή τέλος πάντων γίνε selfless.




PS. Σε καμία περίπτωση η ταινία δεν είναι κακή ή βαρετή. Κυλάει ευχάριστα, το σενάριο τρέχει και αποτελεί μια πολύ καλή εισαγωγή σε θέματα trans kai post-humanism. Ανοίγει επίσης μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για το ποιό είναι το όριο στο τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε για τη βελτίωση και παράταση της ζωής μας.




Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

Το να μάθεις τους γείτονες να βλέπουν καλές ταινίες είναι ένας επαρκής λόγος να ζήσεις




Κάπου στο τρίτο ποτήρι της πέμπτης μέρας που πίνω σερί, σάββατο απόγευμα
κοιτάω έξω απ’ το παράθυρο και ξίνομαι.
σκέφτομαι
πάνε μήνες που έχω να κάνω κάτι χρήσιμο,
να βρω δουλειά, να γράψω κανά ποιήμα για το οτι δεν έχω δουλεια κλπ.
κάτι τέτοιες ώρες δε θέλει και πολύ να πιστέψεις
πως όλοι οι γείτονες που για χρόνια σέρνονται σα σκουλήκια ή σα κάδοι σκουπιδιών με κοντά χοντρά πόδια,
αποδείχτηκαν πολύ καλύτεροι από σένα, πολύ πιο παραγωγικοί
η διπλανή πχ είναι καθηγήτρια, θα έλεγες ότι δεν έχει διαβάσει τίποτα στη ζωή της, έχει ένα παιδάκι αλλά τα μισά παιδάκια της γειτονιάς τραβάνε μαλακία για πάρτη της, ψηφίζει φασιστικά και ζει δημοκρατικά, στα 15 μου θα την πήδαγα, στα 15 της θα με πήδαγε και αυτή. Πφ.
αλλά βέβαια, εμείς εδώ που δεν κάνουμε τίποτα όλη μέρα και περιμένουμε πότε θα φιλοτιμηθεί κάποιος να μας σκοτώσει –που μακάρι θεέ μου να είναι έστω ένας ενδιαφέρον άνθρωπος- τουλάχιστον βλέπουμε πιο πολλές ταινίες απ’ το γείτονα και ίσως το να μάθεις σε κάποιον να βλέπει καλές ταινίες είναι ένας επαρκής λόγος να ζήσεις. Αλλά  οι γείτονες μου αν και δεν ξέρουν από δράμματα ξέρουν πολύ καλά από κλάμματα. Ζούνε και πεθαίνουν μέσα στη θλίψη και στο αναμάσημα ηλίθιων ή ανύπαρκτων δυσκολιών αλλά δεν τους πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό να αποδεχτούν το επερχόμενο τέλος του πρωταγωνιστή και να συμβιβαστούν με το να γυρίσουν 5-10 καλές σκηνές. Οι γείτονες μου κλαίνε και σκουπίζουν τα μάτια τους με φίλμ, οι γείτονες μου δε θέλουν δράμματα, θέλουν απλά να τους λυπούνται, θέλουν να τους λένε «α τι δύσκολη που είναι η ζωή σου, απορώ πως τα καταφέρνεις» και να συνεχίζουν το δρόμο τους. Θα μπορούσα να αφιερώσω το δικό μου δράμα στο να τους βοηθήσω να εκτιμήσουν τον Σέιν Μίντοουζ, τον Τοντ Σολόντζ και τον Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι
αλλά είμαι ήδη στο τέταρτο ποτήρι της πέμπτης μέρας που πίνω σερί, Σάββατο απόγευμα και δεν έχω την όρεξη τους. 




Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Οι άνθρωποι που συνεχίζουν τη ζωή τους:




Οι άνθρωποι που συνεχίζουν τη ζωή τους
ξυπνάνε λίγο πριν το μεσημέρι
ποτέ αργότερα.
δεν ξέρουν να εκτιμήσουν τον σπιτικό καφέ
και σχηματίζουν ουρές έξω απ’ τον «Γρηγόρη».
Δαγκώνουν το καλαμάκι, χαμογελάνε εύκολα,
ξεραίνονται στα γέλια ευκολότερα, εξασκούνται
στην ειρωνία, αποτυγχάνουν μεγαλοπρεπώς εν τέλει.
Oι άνθρωποι που συνεχίζουν τη ζωή τους
έχουν πάντα δουλειές και υποχρεώσεις
δεν χρειάζονται ατζέντες, γιατί έχει επαρκή
χώρο το μυαλό τους, τρώνε μόνο ένα φαλάφελ,
θέλουν να πάνε στο παρίσι, στη νέα υόρκη, στο λονδίνο
κι ακόμα χειρότερα, σε ελληνικά νησιά και δάση, να
βγάζουν φωτογράφιες με άλλους ανθρώπους που συνέχισαν
τη ζωή τους, κι ακόμα χειρότερα με μερικούς που δεν
την διέκοψαν ποτέ. Μεθάνε εύκολα, πίνουν λίγο.
δεν θα σκότωναν, ούτε θα γαμιόντουσαν μεθυσμένοι
κι είναι πολύ περήφανοι για αυτό. Τους αρέσουν τα χρώματα
και το φως και δεν παραλείπουν να το πούνε στους δίπλα τους.
διοργανώνουν βραδιές ποίησης, βραδιές σκυλάδικου, βραδιές ροκ.
δε χαραμίζουν ποτέ μια νύχτα για να σκεφτούνε το θάνατο, όλη
η ζωή είναι μπροστά τους και γιαυτό μας διαβεβαιώνουν όχι μόνο
οι συγγενείς τους μα και οι φίλοι τους, οι εραστές τους και φυσικά οι ίδιοι.
δεν θλίβονται, κάνουν μονάχα ελεύθερες σχέσεις, μοιράζονται
τις κατακτήσεις τους με την παρέα τους, επισκέπτονται μουσεία
και βγάζουν άπειρες φωτογραφίες. καμιά φορά
ρωτάνε πληροφορίες για κάποιο άγαλμα και ακόμα
πιο ευδιάθετα απομακρύνται από το χώρο.


Οι άνθρωποι που συνεχίζουν τη ζωή τους κατηγορήθηκαν
ότι πατάνε πάνω σε πτώματα, εγώ νομίζω ότι απλά
ξεχάστηκαν κανά δυο φορές σε κάποιο νεκροταφείο
και τώρα χαρούμενα και αισιόδοξα συνεχίζουν -τι άλλο;- το δρόμο τους.

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Γράμματα στην Ν. #6




















Υπάρχουν άνθρωποι που ποτέ δεν είχαν κάτι δικό τους στη ζωή. Δεν εννοώ ιδιοκτησία, εννοώ συγγένεια. Υπάρχουν λοιπόν άνθρωποι που δεν ένιωσαν ποτέ κοντά σε κάτι μέχρι που τους ταρακούνησε η ζωή και αρπάχτηκαν από κάπου για να σωθούνε. Το βρήκαν στην ποίηση ενώ έπρεπε να το βρουν στην επανάσταση. Ξέρω που ζω όμως μωρό μου και σε ποιές συνθήκες αναπνέω. Δεν συμβαίνει κανένα ένοπλο αντάρτικο στη γειτονιά μου και οι άνθρωποι συνεχίζουν να ανακαλύπτουν την ποίηση μέσα απ’ την ερωτική απογοήτευση ή έστω το ξεχύλισμα της κάβλας απ’ το μαλό τους. Είναι βαρετοί όταν λένε τις ιστορίες τους. Είναι απαίσιοι όμως, όταν τις χρησιμοποιούν για να τεκμηριώσουν την μανία τους να καθορίζονται και να ξεκινούν από κάτι ξένο προς αυτούς. Όποιος θέλει να τιμήσει τον έρωτα ας κόψει τις φλέβες του καλύτερα παρά να αρχίσει να γράφει στίχους. Είναι πιο έντιμο έτσι, είναι πιο καθαρό.

Ο κόσμος δεν έχει ζωή εκεί έξω, κι όμως την αποκτά εκβιάζοντας την πραγματικότητα να του την δώσει. Δεν είναι κακή επιλογή αυτό. Μακάρι όλη η ανθρωπότητα να ζούσε συνεχώς με ένα πιστόλι στον κρόταφο της, πράγμα που φυσικά συμβαίνει, απλά κάποιος είχε την ατυχή ιδέα να περάσει το όπλο με ένα δυο χέρια μπογιά που το κάναν αόρατο. Και έτσι οι άνθρωποι που κηρύσουν πόλεμο στην καπιταλιστική πραγματικότητα λιγοστεύουν. Και έτσι οι άνθρωποι που γνώρισαν την ποίηση μέσα από τον (παραλίγο;) ερωτικό τους σύντροφο πολλαπλασιάζονται. Σιχάματα όλοι τους. Η ποίηση είναι για να την βρίσκεις μια άκυρη ώρα, χωρίς προφανή λόγο, να την κρατάς μες το κεφάλι σου ή μές τον κώλο σου για αιώνες μέχρι που να έρθει η στιγμή της πραγμάτωσης της. Γιαυτό είμαι περήφανος που έγραφα από όταν έμαθα γραφή και ανάγνωση αλλά έγραψα καλά μόνο μετά τις πρώτες μου φρίκες μαζί σου. Γιατί δεν χρειάζεται να λέω σε κανέναν «Α εγώ αν δεν ήταν η Ν. δε θα έγραφα» αλλά μπορώ να λέω σε όποιον γουστάρει να μ'ακούσει «Α ναι αυτό το γραψα γιατί ήμουν φρικαρισμένος με μια τύπισσα». Εμείς εκπροσωπούμε το ρομαντισμό, όλοι οι υπόλοιποι εκπροσωπούν τη νέα δημοκρατία και το σύριζα. Γαμιούνται και αυτοί και η μάνα τους.

Όταν είχαμε πρωτογνωριστεί θα μπορούσαμε να μην είχαμε γνωριστεί γιατί εγώ βαριούμουν για πολλοστή φορά να βγω απ’ το σπίτι αλλά ένιωθα τύψεις για τα άκυρα που έριχνα στον κόσμο και με το ζόρι εν τέλει με τράβηξαν έξω. Μετά δεν πολυψηνόμουν να γίνει κάτι αλλά πάλι ένιωθα άσχημα που κόντευα να γίνω ασέξουαλ. Μετά ψηθήκαμε και οι δύο κλπ κλπ, μέχρι τη μέρα που γίναμε pen-friends με ή χωρίς benefits (εξαρτάται την οπτική γωνία). Κάθε μικροαστός χίπης έχει το roadtrip που του αξίζει και εγώ λιώνω στην Αθήνα ενώ εσύ κάπου στα Βαλκάνια. Εδώ που φτάσαμε δεν πειράζει όμως. Πιστεύω πως στα σιωπηλά, έστω και με τα γράμματα που ανταλλάσουμε αναγνωρίζουμε 1-2 πράγματα ο ένας στην άλλη και το αντίστροφο. Βέβαια εγώ δε θέλω πια κρέντιτς για τίποτα, αλλά  μονάχα να μπορέσω να σε δω μια φορά σα ποιήτρια, σα «συνάδερφο» και όχι να με πιάνουν ταχυπαλμίες με τους στίχους που γράφεις.  Στέλνω κανά ποιήμα σου στα «παιδιά» που και που. Γουστάρουν με ότι διαβάζουν και εγώ γουστάρω με την αυτοσυγκράτηση μου να μην τους σκοτώσω τόσο καιρό. Γιατί αυτοί πορώνονται με τα ερωτικοαριστεροχαζά που γράφεις, ενώ εγώ φρικάρω για το με ποιόν τραβιέσαι. Τώρα θα μου πεις το ίδιο μπορεί να παθαίνεις και εσύ με μένα, αλλά ακόμα κι αν είναι έτσι, αν είναι η ψυχική μου ισσοροπία να βασίζεται στο ότι τρώμε τις ίδιες φρίκες και όχι σε κάτι πιο κοντά στην ψευτική, αλλά πολύ πιο υγιή, χολυγουντιανή αγάπη τότε κλάφτα. Θα πάρω τα όπλα και θα γίνω χριστιανός, απ’ τους καλούς όμως. Ξέρεις εσύ.

Δεν πιστεύω πραγματικά πώς  ο ρόλος του κομμουνιστή συμβαδίζει με αυτόν του ποιητή. Ένας ποιητής μπορεί βεβαίως να είναι φιλοκομμουνιστής και να μάχεται για ένα καλύτερο αύριο, όπως και ένας κομμουνιστής να ενδιαφέρεται και να ασχολείται με ζήλο με την ποίηση. Πήγα να σπουδάσω φιλόλογος μήπως καταφέρω να γίνω το δεύτερο. Τελικά δε δούλεψε. Εξακολουθώ να βλέπω την πραγματικότητα  θολωμένη μέσα από τα φίλτρα και τη σκόνη μιας πολύ αμφίβολης τελικά επανάστασης,  μιας καθόλα πιθανής αυτοκτονίας των φίλων μου (μιας και εγώ είμαι ένα ματεριαλιστικό καθήκι που δεν θα πάταγε ποτέ τη σκανδάλη) και ενός ενδεχόμενου γάμου με την κατάθλιψη μετά από χρόνια και χρόνια αγνού πλατωνικού έρωτα και άγριου ξεσκίσματος όποτε βρίσκαμε χώρο και χρόνο. Εξακολουθώ δηλαδή να είμαι ποιητής και αυτό πάνω κάτω σημαίνει να σκέφτομαι κώλους και βυζιά στις πορείες αλλά να θέλω να μιλήσω για την επανάσταση όταν είμαι μαζί σου. Shit happens και δε θέλω μπράβο ούτε σφαλιάρες. Τα χω χορτάσει.

Meanwhile παρατηρώ μια ευχάριστη αποκλιμάκωση στα γράμματα μας. Κάποτε όταν ήταν κάτι δικό σου είχα ταχυκαρδίες για ώρες ή μέρες ακόμα. Τώρα για μερικά δεκάλεπτα. Φταίει και η απόσταση βέβαια, συχνά πυκνά τα γαμάει όλα αλλά ποιός μπορεί να πει σε έναν άνθρωπο να μην φτιάξει ή να μην καταστρέψει τη ζωή του όταν μπορεί να το κάνει. Και επίσης δεν παίρνω όρκο ότι υπάρχει ασφάλεια πουθενά στον πλανήτη, άρα δε μπορώ να σου πω προτείνω και τον επόμενο προορισμό σου, πέρνα καμιά βόλτα πάντως κι απ’ τη μητρόπολη. Ίσως πιούμε και κανάν καφέ στα κόφι άιλαντ.

-          Ασχολείσαι με τίποτα στη ζωή σου
-          Ε..... γράφω
-          Α γαμώ και γιατί το λες έτσι;
-          Ναι, χμ, αχμ....

Όμορφοι καθημερινοί διάλογοι δηλαδή, όπως αυτός με τον οποίο γνωριστήκαμε. Θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι ένα ωραίο ποιήμα από μόνο του. Αλλά η ποίηση δεν είναι πράξη, είναι κατάσταση και τρόπος αντίληψης, πράξη είναι η πεζογραφία γιατί διαφέρει στο εξής απ’ την ποίηση: ένα ποιήμα γράφεται και βιώνεται πάντα σα φρίκη, σαν στιγμιαίο μανιακό επεισόδιο και δεν χρειάζεται να απολογηθείς για αυτό. Αν άρεσε γαμώ. Αν δεν πάλι γαμώ. Αν σε κράζουν γιαυτό, δεν τρέχει τίποτα, εσύ απλά είχες πιεί λίγο παραπάνω.

Όμως με την πεζογραφία είναι  αλλιώς, όλα τα σπουδαία πεζογραφήματα ήταν ποιήματα που ξέφυγαν απ’  το προβλεπόμενο μέγεθος ή έστω έτσι μ’αρέσει να το σκέφτομαι. Είναι ποιήματα στα οποία αφού βιώθηκε η αρχική φρίκη και απελπισία στη συνέχεια οργανώθηκε, χτίστηκε, μελετήθηκε και έγινε αντικείμενο χλεύης. Είναι σεξ χωρίς προφυλάξεις, όπου σκοπός είναι όντως η αναπαραγωγή και όχι μόνο η κάβλα. Και έτσι προκύπτουν τα παιδιά του πεζογράφου, που όπως όλα τα παιδιά θα γεννηθούν σε έναν απαίσιο κόσμο, χωρίς να ερωτηθούν αν τον επιθυμούν, θα υποταχθούν στις επιλογές των γονιών και θα στιγματιστούν από αυτές. Πάνω απ’ όλα θα υποχρεωθούν να ζήσουν και όταν το συνηθίσουν θα πρέπει ξανά να υποχρεωθούν να πεθάνουν.


Γιαυτό βεβαίως και τα πεζογραφήματα μου αποδίδουν πολύ καλύτερα τη σχέση μας απ’ ότι τα ποίηματα. Ποιός τα γαμάει και αυτά;.

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Συνταγές γάτας.



Γατάκι με ρύζι βραστό.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο νόστιμο από το κρέας ενός μικρού γατιού, αν μάλιστα μαγειρευτεί σωστά μοιάζει πολύ στη γεύση με το συνηθισμένο και αγαπημένο μας κοτόπουλο. Ωστόσο αν είστε αληθινοί λάτρεις της γάτας, δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο για εσάς από το κρέας ενός γατιού στο οποίο έχει μόλις αφαιρεθεί το δέρμα.

Τα 6 και 8 χρονών παιδιά μου λατρεύουν αυτό το γεύμα, και όχι μόνο αυτό αλλά τα ενθαρρύνω να με βοηθάνε στην παρασκευή του κρατώντας τα μικρά γατάκια όσο αφαιρώ το δέρμα τους, πριν κόψω το λαιμό τους (των γατιών όχι των παιδιών μου χδ), μετά βίας περιμένουμε μέχρι το επόμενο νεογνό να είναι έτοιμο να χρησιμοποιηθεί για αυτό το υπέροχο πιάτο.

Επιπλέον αξίζει εδώ να αναφέρω ότι οι μπουφέδες με κύριο έδεσμα τους το κρέας γάτας είναι ιδανικοί για οικογενειακά τραπεζώματα Σχεδιάστε από νωρίς και καταψύχτε το κρέας του γατιού ώστε να έχετε 4 ή 5 μερίδες πρόχειρες.

Υλικά
2 κονσέρβες έτοιμης σούπας ή σούπα σε σκόνη.
300ml γάλα
1μιση ποτήρι νερό
Μισό κιλό κομμένα μαγειρεμένα γατάκια (για μια οικογένεια χρειάζονται τουλάχιστον 6 γατάκια)
1 μπολ ωμό ρύζι
2 κονσέρβες φασόλια
1μιση φλιτζάνι τριμένο τυρί.
1 φλυτζάνι κομμένο κρεμμύδι
3 σκελίδες σκόρδο
1 κουταλιά της σούπας αποξηραμένο μαιντανό
1μιση κουταλιά βασιλικό
1κουταλιά άνηθο.
Αλάτι και πιπέρι.

Οδηγίες.
Βάλτε τη χύτρα να βράζει. Σε ένα μεγάλο μπολ, ανακατέψτε τη σούπα το γάλα, το νερό, το κοτόπουλο, το ρύζι, τα πράσινα φασόλια το τριμμένο τυρί, το κρεμμύδια και το σκόρδο. Συνοδέψτε με όλα τα παραπάνω υλικά που αναφέραμε. Βάλτε το μίγμα στην κατσαρόλα  βράστε το μισή-μία ώρα, μέχρι να γίνει το ρύζι. Αν το νερό απορροφηθεί πολύ γρήγορα προσθέστε ανάλογα με τις ανάγκες σας.

Προτάσεις για γκουρμεδιάρηδες:
Ζωντανέψτε το γεύμα σας προσθέτοντας στην άκρη του πιάτου σας νυχάκια και ουρίτσες. Θα δώσουν άλλο αέρα στο δείπνο σας και θα εντυπωσιάσετε τους καλεσμένους σας.


Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

Πως να αντιμετωπίσετε την απουσία ενός αγαπημένου προσώπου


















Αρχικά
κόψτε τα φάρμακα που παίρνατε,
αλλά όχι επίτηδες.
Aπλά ξεχάστε να πάτε στο φαρμακείο  τις συνταγές
και όλα θα πάρουν το δρόμο τους.
Xωρίς φάρμακα θα κοιμάστε περίπου 37 ώρες τη μέρα,
έτσι θα ξεχάσετε και τις επόμενες συνταγές,
αλλά και το αγαπημένο σας πρόσωπο.
Κάντε δώρο στον εαυτό σας μπόλικο ύπνο
για να αναπληρώσετε τα βράδια που ξενυχτούσατε μιλώντας μαζί του στο τηλέφωνο,
στο facebook
ή σε φίλους γιαυτό.
Διαβάστε όλα τα βιβλία του κόσμου,
εκτός από αυτά στα οποία θα εξεταστείτε.
καμία πληροφορία δεν είναι άχρηστη,
εκτός αν σας ζητήσει να τη μάθετε κάποιος άλλος.
Είναι τελείως απαραίτητο να ξέρετε τα ποσοστά του τάδε εργατικού κόμματος
στην μολδαβία πχ.
ενώ η αγορά του χψ αργεντίνου μέσου από μια ομάδα που ούτε καν ξέρετε σε ποιά κατηγορία παίζει είναι σίγουρα κάτι το χρήσιμο.
πάρτε τηλέφωνο την μάνα σας,
κάντε σκοποβολή στην κεντρική λεωφόρο της περιοχής σας,
ζητήστε λεφτά από ζωγράφους. Κρατώντας τα στο χέρι
πηγαίντε σουπερ μαρκετ
«Θα πάρω μόνο μακαρόνια» ορκιστείτε
και μετά αγοράστε:
μπύρες
σαγκριά
δυό κρασιά της παρέας
ουίσκι
βότκα.
Αράξτε.
Για να μην αλλάζετε ρούχα κάθε μέρα απλά βγάλτε τα τελείως,
ξαναρχίστε το κάπνισμα,
μεθύστε όσο περισσότερο γίνεται,
κάντε διαγωνισμό ηλίθιου πεσίματος στο φέισμπουκ.
-νικάει όποιος μαζέψει τα περισσότερα πλοκ-
Όταν σας ξαναστείλουν χρήματα οι γονείς σας
αγοράστε μαστίγιο, χειροπέδες,
όπλο και σφαίρες.
Γεμίστε το σπίτι με πλαστικά ποτηράκια και πυροβολήστε αβέρτα,
δοκιμάστε το μαστίγιο πάνω σας,
χάστε το κλειδί απ’ τις χειροπέδες,
αγοράστε φαί με δανεικά,
μετά γκρινιάξτε σε αυτούς που σας δάνεισαν ότι παχύνατε.
Δηλώστε μπαισέξουαλ σε φεμινίστριες για να μην σας ζαλίζουν την πούτσα με το ανδρικό στρέιτ προνόμιο σας.
Ξαναμεθύστε.
Ορίστε ως μέγιστο στόχο της επανάστασης την νομιμοποίηση των ψυχεδελικών
και φασωθείτε ένα βράδυ με όλα τα αγοράκια εκτός απ’ αυτή που γουστάρετε.
τέλος
πάρτε το όπλο,
αφαιρέστε τις σφαίρες,
τοποθετείστε το στο στόμα σας
και προσευχηθείτε για μια τελευταία φορά.
Πατήστε την σκανδάλη.
Αν δεν ξαναξυπνήσετε ποτέ, τότε υπάρχει θεός
και αυτό το θαύμα ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσετε
την απουσία ενός αγαπημένου σας προσώπου.

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

Όλα είναι σκατά αλλά τουλάχιστον εδώ έχουμε έιρ-κοντίσιον


Το μόνο χειρότερο από τα σπίτια 
που είναι άδεια από αλκοόλ,
λεφτά,
φαί,
γυναίκες
είναι τα σπίτια
που είναι άδεια από αλκοόλ,
λεφτά,
φαί,
γυναίκες
και κλιματισμό.


Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Ζωντανός;




















Δεν με κρατάνε ζωντανό τα βιβλία μου
αλλά το να λιώνω μύγες με αυτά,
να τα πετάω στον καναπέ,
και να τα χάνω στο μετρό.
Δεν με κρατάνε ζωντανό οι γυναίκες,
αλλά το ότι μου φτιάχνεις κρέπες
πριν φύγω ταξίδι
και με μαλώνεις που πίνω.
Δεν με κρατάνε ζωντανό τα κατοικίδια,
αλλά τα σημάδια από τα νύχια
της πρώτης μου γάτας,
που την διώξαμε γιατί πήδαγε τα μικρά της.
Δεν με κρατάνε ζωντανό οι άνθρωποι,
με διασκεδάζουν,
με πονάνε,
και δε θα πλήρωναν ποτέ την κηδεία μου.

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Ο πατέρας μου - Κώστας Ταχτσής

Το παρακάτω διήγημα είναι ένα απ' τα πολλά που υπάρχουν στην συλλογή διηγημάτων του Κ.Τ. με τίτλο "Τα ρέστα". Για κάποιους η συλλογή θεωρείται απείρως κατώτερη από το "Τρίτο στεφάνι" (Το σημαντικότερο έργο του Ταχτσή). Για μένα, σταθερό αναγνώστη του εδώ και μερικά χρόνια, είναι μια υπέροχη ματιά στα πράγματα από μια σκοπιά αρκετά εχθρική και αρκετά φιλική απέναντι στους "κύκλους" μας.

Δεν δημοσιεύεται όλο αλλά το κομμάτι που ανέβασα στέκεται μια χαρά από μόνο του.



Στην Κατοχή, ο πατέρας μου, παρ’ όλο που τον πήρε αργότερα και αυτόν η μπάλα, πρέπει να ομολογήσω πως δεν άνηκε στην κατηγορία εκείνη των ανθρώπων του Μεταξά, που, στ’όνομα του κοινού τους μίσους για τους κομμουνιστές, συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Αλλά δεν έκανε ποτέ και τίποτα εναντίον  τους. Εκτελούσε απλώς τ’ αστυνομικά του καθήκοντα, σα να μη συνέβαινε τίποτα. Γι’αυτόν, ένας κλέφτης στην Κατοχή, δεν έπαυε να ‘ν’ ένας κλέφτης. Θες γι’ αυτό, θες για ένα σωρό άλλους λόγους που δεν είχαν σχέση με το χαρακτήρα του, πεινάσαμε τότε και μεις σχεδόν όσο κι ο κάθε μέσος  Έλληνας.

Παρ’ όλα αυτά, δε γλίτωσε την ομηρία. Το σπίτι μας ήταν σ’ανταρτοκρατούμενη περιοχή κοντά στο Στάδιο. Ήρθαν ένα βραδυ και τον πήραν. Η μάνα μου έκλαιγε συνεχώς κι έλεγε πως δε θα τον ξαναβλέπαμε ποτέ. Όσον αφορά τον εαυτό της, τα προαισθήματα της βγήκανε αληθινά. Ένα μήν αργότερα, στο Κολωνάκι, που ‘χε πάει για να πάρει κάτι τρόφιμα, τη βρήκε μια αδέσποτη σφαίρα, την πήγανε σε μια κλινική, την εγχείρησαν, μα δε συνήλθε ποτέ, ούτε καν για να πει δυο λόγια σε μένα που πέρασα στο προσκέφαλο της την πρώτη αγωνιώδη νύχτα της ζωής μου –ήμουνα δεκαπέντε χρονώ. Απ’ τις ανακρίσεις αποδείχτηκε πως η σφαίρα προερχόταν απ’ το πιστόλι ενός μπουραντά, που ‘χε πάθει, όπως είπαν, νευρικό κλονισμό –τότε που τους είχαν μαντρώσει προσωρινά στη Φρουρά Ευζώνων- βρήκε ένα όπλο κι άρχισε να πυροβολάει στον αέρα.

Ο πατέρας μου γύρισε απ’ την ομηρία ζωντανός, μα σ’ άθλια κατάσταση. Νομίζω –παρά την αντίθετη γνώμη που είχα τότε- πως ο θάνατος της μάνας μου του στοίχισε πολύ. Μα σε δυο-τρεις μήνες άρχισε να συνέρχεται, και την άνοιξη του ’46 ξαναπαντρεύτηκε. Ξενοικιάσαμε το σπίτι μας –γιατί τόσα χρόνια δεν είχε αξιωθεί ούτ’ ένα σπίτι να φτιάξει- και πήγαμε να μείνουμε στο σπίτι της γυναίκας του.

Προτιμώ να μη θυμάμαι, κι ακόμα λιγότερο να γράφω, για όλη αυτή την περίοδο της ζωής μου, που, αν και χρονικά σύντομη, σε μένα φάνηκε ολόκληρος αιώνας. Κάποτε, αν καταφέρω και τα ξεδιαλύνω και εγώ ο ίδιος, θα μιλήσω για τις επιπτώσεις που είχε στην κατοπινή ζωή μου.
Εδώ, με κίνδυνο να δώσω μελοδραματικό τόνο σε μια διήγηση που θέλω στεγνή κι απαλλαγμένη από αισθηματισμούς, θα πω ότι μισούσα την –ας την πω με τ’ όνομα της- τη Βιβή, περισσότερο απ’ ότι μίσησα οτιδήποτε άλλο ποτέ μου, κι ότι κι εκείνη, παρ’όλη την προσποίηση της, προπάντων στην αρχή, ανταπέδιδε ολόψυχα τα αισθήματα μου.

Παρ’ όλα αυτά, δεν τσακώθηκα ποτέ μαζί της. Ποτέ δε με μάλωσε η ίδια για τίποτα. Δεν τολμούσε. Ή τ’ απέφευγε από πονηριά προτιμώντας να παριστάνει το θύμα, και καραδοκώντας την ευκαιρία να μου δώσει ένα καίριο πλήγμα που θα την απήλλασε μια και καλή απ’ την παρουσία μου. Καμιά φορά μάλιστα, όταν  τσακωνόμουνα με τον πατέρα μου, δηλαδή όταν θύμωνε και μ’ έβριζε, η Βιβή έπαιρνε το μέρος μου. Το τι λέγαν μεταξύ τους, είναι άλλη ιστορία.

Το φθινώπορο του ’46 ο πατέρας μου αποστρατεύτηκε λόγω ορίου ηλικίας. Αργότερα βρήκε δουλειά αστυνομικού συντάκτη σε μια εφημερίδα. Μα για ένα διάστημα περνούσαμε με τη σύνταξη του και κάτι λίγα λεφτά που ‘χε η Βιβή απ’ τον πρώτο της άντρα. Κόντευα να κλείσω τα δεκαεφτά, και δε μου ‘δινε ποτέ πεντάρα χαρτζιλίκι. Όσο για ρούχα, στην κατοχή ήμουνα καλύτερα ντυμένος.

Είν’ αλήθεια πως ακόμα τότε η ζωή μου ήταν δύσκολη. Ο κόσμος δεν είχε αρχίσει να συνέρχεται απ’ τις καταστροφές του πολέμου. Πολλά απ’ τα σπίτια στη συνοικία μας ήταν ακόμα διάτριτα απ’ τις σφαίρες και τα θραύμαστα των όλμων του απ’ τα δεκεμβριανά που, άλλωστε, συνεχιζόντουσαν μ’ άλλη μορφή πενήντα μόλις χιλιόμετρα έξω απ’ την Αθήνα. Θέλω να πω, ο περισσότερος κόσμος τα ‘φερνε ακόμα βόλτα πολύ δύσκολα. Δεν υπήρχανε λεφτά. Σε καλούσαν σ’ ένα πάρτι κι έπρεπε, όπως στην Κατοχή, να πας, αν όχι με το φαί σου, τουλάχιστον ένα γλυκό, κάτι. Κι επειδή δεν καταδεχόμουν να ζητήσω απ’ τη Βιβή να μου φτιάξει γλυκό, με καλούσανε διάφοροι συμμαθητές μου σε πάρτι στα οποία μαζευόντουσαν ένα σωρό κορίτσια, και ντρεπόμουν να πάω.

Περιπλανιόμουνα στους δρόμους της Αθήνας. Στο Σύνταγμα. Στο Ζάππειο. Είχα διάφορες εφήμερες, ύποπτες ερωτικές περιπέτειες, όχι μόνο με γυναίκες, μα και μ’ άντρες. Έτσι γνώρισα τον Πωλ.
Ήταν είκοσι εφτά χρονώ, έφεδρος λοχαγός του αγγλικού στρατού. Είχε έρθει απ’ την Παλαιστίνη μ’αναρρωτική άδεια ύστερα από μια άδοξη εγχείρηση ομφαλοκήλης, και μέρα με τη μέρα, περίμενε τη διαταγή της αποστράτευσης του για να γυρίσει στην Αγγλία.

Συνήθως πηγαίναμε στη Γλυφάδα. Ξαπλώναμε σε μια έρημη αμμουδιά, γεμάτη ακόμα απ’ τα σκουριασμένα πια συρματοπλέγματα που είχαν αφήσει πίσω τους οι Γερμανοί. Ο Πωλ, μ’όλο που ακόμα ήταν Μάης, γδυνόταν ολοτσίτσιδος κι έκανε ηλιοθεραπεία. Εγώ κοιτούσα την ουλή της εγχείρησης λίγο πάνω απ’ τον αφαλό του. Ή τη Θάλασσα, που έβλεπα ακόμα με τα μάτια της ρηχής πρόζας του Καρκαβίτσα που μαθαίναμε στο σχολείο ή των θαλασσογραφιών που υπήρχανε στο σπίτι της Βιβής και των άλλων σπιτιών του στενού μας περιβάλλοντος.

Καμιά φορά πηγαίναμε στην Ακρόπολη –τα βράδια. Ξαπλώναμε πάνω στο γρασίδι και τα αγριολούλουδα, και κοιτάζαμε τα φώτα της Αθήνας που είχαν αρχίσει να λάμπουν πάλι δειλά δειλά ύστερ’ απ’ το συσκοτισμό της Κατοχής, που είχα καταντήσει να θεωρώ σαν το φυσικότερο πράμα στον κόσμο. Τώρα, πλάι στον Πωλ, άρχισα να υποπτεύομαι πως η ζωή δεν ήταν, κατ’ανάγκη, γεμάτη φόβο, ανθρώπους πεσμένους στο δρόμο με τα μυαλά χυμέν’ απ’ έξω, ή μανάδες ανίκανες να θηλάσουν τα μωρά τους απ’ την πολλή αδυναμία. Άρχισα να παραμελώ τα μαθήματα του σχολείου, και να γράφω ποιήματα και διάφορες αναμνήσεις απ’ την Κατοχή. Κρατούσα κι ένα ημερολόγιο.
Φυσικά, καμιά φορά αργούσα πολύ να γυρίσω σπίτι.  Έβρισκα την εξώπορτα κλειδωμένη. Έβγαινε ο πατέρας μου με τα σώβρακα και μου άνοιγε βρίζοντας. Εγώ, κλειδωνόμουνα στο δωμάτιο μου και περιέγραφα στο ημερολόγιο μου τι είχα κάνει όλο το βράδυ...

Αρχές Ιουνίου ήρθε η διαταγή που περίμενε ο Πώλ. Την τελευταία βραδιά που τον συναντησα, μου φερε γι’αποχαιρετιστήριο δώρο ένα ζευγάρι παπούτσια που ‘χε αγοράσει στην καντίνα των Άγγλων αξιωματικών. Ήταν ένα καταπληκτικό ζευγάρι παπούτσια από χοιρόδερμα, κι η μεγάλη μου δυστυχία για κάμποσο καιρό μετά, ήταν που δε θα μπορούσα να τα φορέσω, πρώτον γιατί θα ‘πρεπε να εξηγήσω στον πατέρα μου την προέλευση τους, κι ήξερα πως δεν έχαβε έυκολα τα ψέματα, και δεύτερον επειδή, που να πάρει ο διάολος, ήταν ένα νούμερο μεγαλύτερα απ’ το δικό μου, και τα πόδια μου έπλεαν μέσα. Τα κλείδωσα λοιπόν κι αυτά, μαζί με τα γραφτά και το ημερολόγιο μου, στο μοναδικό συρτάρι του μικρού γραφείου μου που είχε κλειδί.

Ένα μεσημέρι, γύρισα ανύποπτος απ’ το σχολείο, και είδα τον πατέρα μου στο δωμάτιο μου. Καθόταν στο γραφείο μου κι ήταν απορροφημένος στην ανάγνωση του ημερολόγιου μου. Πάνω στο κρεβάτι μου ήταν ακουμπισμένα τα παπούτσια του Πωλ.

Μόλις με είδε, σηκώθηκε, μ’άρπαξε απ’ το πουκάμισο, το τράβηξε και το σκισε. Έβγαλε τη ζωστήρα του. Άρχισε να χτυπάει όπου έβρισκε. Κι έβριζε. Έβριζε. Έλεγε ξανά και ξανά αυτό που δεν ήξερα ακόμα ότι ήμουνα, αυτό που μπορεί ακόμα να μην ήμουνα, που, Θε μου, χρειάστηκαν σχεδόν είκοσι χρόνια άγχους και αυτοκαταστροφής για να αρχίσω να καταλαβαίνω πως δεν είμαι, το λεγε, το λεγε, με τα χυδαιότερα λόγια. Στο τέλος, όταν κουράστηκε, άρπαξε ασθμαίνοντας τα ποιήματα μου και το ημερολόγιο και τα κανε όλα χίλια κομματάκια. Ύστερα, πήρε τα παπούτσια για να τα πετσοκόψει, όπως είπε, κι αυτά με το ψαλίδι και βγήκε από το δωμάτιο μου.


Έκατσα στην άκρη του κρεβατιού μου κάμποση ώρα σα ναρκωμένος, χωρίς να σκέπτομαι, χωρίς να αισθάνομαι τίποτα. Μα σιγά σιγά άρχισα να συνέρχομαι. Ένιωσα επιτακτική την ανάγκη να κατουρήσω. Σηκώθηκα να πάω στο μπάνιο. Και, στο χολ, έπιασα τον πατέρα μου επ’ αυτοφώρω να δοκιμάζει ένα απ’ τα παπούτσια, σόλα με σόλα, με το δικό του για να δει αν του κάνουν.

Ποιήματα που έγραψα με διάφορα ρεμάλια

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Το μεγαλύτερο λάθος του καλοκαιριού



Το μεγαλύτερο λάθος του καλοκαιριού
είναι η ευκολία γενικών συμπερασμάτων
καθώς σε χτυπάει ο ήλιος στα μούτρα.
Μα ένα καμένο μέτωπο δεν αρκεί
για να πεις «Τα πράγματα είναι έτσι»
ούτε ένα καμένο  μυαλό προφανώς.
Εγώ  έκαψα τα μυαλά μου σε καμένα μέτωπα,
έβαλα
bepanthol αλλά δεν έβαλα καπέλο.
κάποτε έσβηνα τα τσιγάρα στο χώμα
μετά το έκοψα
το ξανάρχισα όταν διαπίστωσα
ότι θέλω να  τα καις εσύ πάνω μου.
πφ
πολύ κάψιμο.
Η ζέστη βαράει πιο πολύ κι από τον δίπλα τη γυναίκα του.
πολύ καψούρα.
ο έρωτας βαράει πιο πολύ από τη δίπλα το παιδί της.
Όλα βαράνε πάρα πολύ
μα εγώ δε θέλω να απλώσω χέρι πάνω τους
είμαι ο χίπης του «κοιτάζετε αλλά μην αγγίζετε»
«Πως πάει η επανάσταση;»
«Με λένε ακόμα σύντροφο άρα όχι καλά»
«Γαμάς τίποτα;»
«Το μόνο τίποτα που γαμάω είμαι εγώ»
«Και τελειώνεις;»
«Σιγά-σιγά»
-Μωρέ μαλάκα φώντα στάζεις
-Απ τη ζέστη είναι, προχώρα τώρα.

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Είμαι Γατούλα


Εγώ είμαι ένα απλό αρσενικό 
με χι ψι χρωμόσωμα
-καλά όχι και τόσο απλό
εσύ είσαι ένα ακόμα θηλυκό
με χι χι χρωμόσωμα
-καλά όχι και τόσο συνηθισμένη
χιχι
χιχι
γελάς
και εγώ ο
χιψι
χιψι
καβλώνω
τόσο μάλιστα που στο τέλος καταλήγω
μόνο ψι ψι χρωμόσωμα
ψιψι
ψιψι
είμαι γατούλα.
-ούτε απλή ούτε συνηθισμένη.

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

Αφτερ δε νταρκ μαι λοοβ ?

 
After the dark
και γιατί ο υλισμός ή θα είναι ριζοσπαστικός ή δεν θα υπάρξει.

Το After the dark είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας(συζητήσιμο) που γυρίστηκε και παρουσιάστηκε το 2013. Η θεματολογία του έχει ως εξής. Ένας καθηγητής φιλοσοφίας, ο αξιαγάπητος κύριος Zimit, την τελευταία μέρα πριν την αποφοίτηση ζητά απ’ τους μαθητές του να παίξουν ένα παιχνίδι ρόλων βασισμένο σε φιλοσοφικά πειράματα. Το παιχνίδι έχει ως εξής: 21 άτομα (όσα και οι μαθητές) παίρνουν στην τύχη μια κάρτα που προσδιορίζει διάφορες ιδιότητες τους από το πότε θα πάθουν καρκίνο μέχρι το ποιό είναι το υποθετικό επάγγελμα τους. Στη συνέχεια καλούνται όλοι, μαζί και ο καθηγητής να διαλέξουν τα 10 άτομα τα οποία θα κερδίσουν μια θέση σε ένα αντιπυρηνικό καταφύγιο καθώς το σενάριο λέει ότι σε λιγότερο από μια ώρα ο κόσμος θα καταστραφεί από μια σειρά πυρηνικών εκρήξεων.

Απ’ τις πρώτες ακόμα σκηνές της ταινίας βλέπουμε την πολύ μα πάρα πολύ περιορισμένη οπτική των μαθητών του μικροαστικού λυκείου αλλά και του καθηγητή τους. Τα στρατόπεδα χωρίζονται υποθετικά με βάση τον υλισμό και τον ιδεαλισμό. Η μία πλευρά (2 μαθήτριες) θέλουν να αποχωρίσουν από το μάθημα χωρίς να συμμετέχουν επειδή θεωρούν ανήθικο να επιλέξουν ποιοί θα ζήσουν και ποιοί θα πεθάνουν με βάση τις ιδιότητες τους. Κατηγορούν τον Κύριο Zimit για ευγονική. Τους απαντάει αρκετά ξεκάθαρα ότι «Στην ευγονική σκοπός είναι η βελτίωση του είδους, στο πείραμα μας η επιβίωση του» και βλέποντας ότι δεν πείθει το θέτει πιο ξεκάθαρα ακόμα «Ή συμμετέχετε δεσποινίς Petra στο πείραμα ή κόβουμε βαθμούς από το αγόρι σας». Η Petra συμμετέχει τελικά.



Να είμαστε ρεαλιστές, να ζητάμε το απαράδεχτο

Ο πρώτος γύρος του πειράματος πάει ως εξής. Επιλέγονται 10 άτομα μέσα στα οποία είναι και ο καθηγητής με βάση τις ιδιότητες τους ως ηλεκτρολόγοι,γιατροί, αγρότες κλπ. Ποιητές, τραγουδιστές και δημοπράτες κρασιού δεν είναι τόσο τυχεροί. Ο κύριος Zimit εκτελεί με ένα περίστροφο όσους δεν επιλέχτηκαν με τη δικαιολογία ότι είναι πιο ανθρωπιστικό να πεθάνουν από αυτόν παρά απ’ τη ραδιενέργεια. Φρικαρισμένοι οι μαθητές του τον κλειδώνουν έξω απ’ το καταφύγιο αγνοώντας όμως ότι μόνο αυτός ξέρει τον κωδικό εξόδου από αυτό. Και έτσι όταν πια ένα χρόνο μετά τα αποθέματα οξυγόνου και τροφής τελειώνουν οι μαθητές αυτοκτονούν ο ένας μετά τον άλλο. Όλοι πέθαναν.

Στο δεύτερο γύρο του πειράματος η τάξη αποφασίζει να ενεργοποιήσει και τις κρυμμένες ιδιότητες των καρτών ταυτότητας που έχουν επιλέξει αλλάζοντας κάπως τη σύνθεση της ομάδας.  Μαθητές που είχαν επιλεχθεί πριν μένουν έξω και εισέρχονται νέοι στην ομάδα. Αυτή τη φορά μπαίνει και ο καθηγητής στο καταφύγιο. Τα πράγματα τσουλάνε ομαλά μέχρι που έρχεται η ώρα της αναπαραγωγής. Κάποιοι μαθητές είναι γκέι και έτσι ο Zimit και οι υπόλοιποι άνδρες της παρέας επιλέγονται για να γονιμοποιήσουν τις γυναίκες. Το άγχος και η πίεση όμως της κατάστασης αποδεικνύεται η καλύτερη αντισύλληψη και καμία δεν μένει έγκυος. Ο καθηγητής προτείνει να πάνε όλοι με όλους κάθε βράδυ, άσχετα με το τι θέλουν ή αν ελκύονται από τον/την παρτενέρ τους, για να αυξηθούν οι πιθανότητες. Πολλοί αρνούνται. Ξεσπάει μια σύγκρουση μέσα στο καταφύγιο και ένας μαθητής σκοτώνει τον Zimit. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή αυτός ανοίγει την κεντρική πύλη και ω τι έκπληξη, η ραδιενέργεια τους σκοτώνει όλους.

Τώρα να πω την αλήθεια θα πλήρωνα για sex-scene με την συγκεκριμένη


Στην τρίτη και τελευταία γύρα του πειράματος, ένα μικρό πραξικόπημα συμβαίνει, οι μαθητές με όπλα στο χέρι διώχνουν τον καθηγητή τους από το μάθημα, η νεαρή ιδεαλίστρια μαθήτρια του, η Petra, αναλαμβάνει να επιλέξει μόνη της ποιοί θα μπούνε στο καταφύγιο. Ποιητές, μουσικοί, παίχτες του πόκερ επιλέγονται, ενώ άλλοι με μόνο τεχνοκρατικά skills απορρίπτονται. Ο ένας χρόνος μέσα στο καταφύγιο τσουλάει ομαλά αλλά ο καθηγητής επισημαίνει πώς όταν θα βγουν από αυτό δεν θα έχουν καμία πρακτική ικανότητα για να επιβιώσουν και άρα θα πεθάνουν. Δεν πειράζει όμως, του απαντάει η Petra, θα ζήσουν όσο είναι να ζήσουν και μετά θα αποδεχτούν το θάνατο. Και πράγματι, μετά από λίγες ώρες μετά την έξοδο τους απ’ το καταφύγιο βλέπουμε τους επιζώντες να πυροδοτούν συνειδητά την τελευταία πυρηνική βόμβα που έμεινε και να πεθαίνουν. Μαζί τους και το ανθρώπινο γένος.

-Θέλω να κάνω τον κόσμο σα το σπίτι σου μωρό μου
-μπουρδέλο;


Ας κάνουμε τώρα μερικές προεκτάσεις με βάση την ταινία:

Α. αμ τζαστ ε πουρ μποι
Ο υλισμός είτε ως φιλοσοφικό σύστημα είτε ως επιστημονική μεθοδολογία δεν είναι σίγουρα αυτό που πλασάρεται από την δεξιά των ΗΠΑ, ως μια μορφή απάνθρωπης ιδεολογίας που σκοπό έχει να μετατρέψει τον κόσμο σε τέρατα ανηθικότητας. Η ταινία ακολουθεί το κλασσικό μοτίβο ότι οι υλιστές είναι πρακτικοί άνθρωποι(επιλέγουν να σώσουν τον αγρότη αντί για τον ποιητή) με ικανότητες να τα βγάλουν πέρα στις δυσκολίες της ζωής και να ηγηθούν σε αυτή αλλά καταβάθος είναι καθάρματα που θα θυσίαζαν τον οποιοδήποτε μπροστά στο γενικό καλό ή αυτό τέλος πάντων που θεωρούν ως γενικό καλό.

Απ’ την άλλη ο ιδεαλισμός παρουσιάζεται με τη μορφή αξιών όπως η αγάπη και η φιλία. Ως εικόνες ανθρώπων έτοιμοι να θυσιαστούν για αυτούς που αγαπάνε ή ακόμα και να καταστρέψουν τον κόσμο αν έτσι αισθάνονται στα βάθη της καρδιάς τους.  Στην πραγματικότητα η απόψη της ταινίας μοιάζει να είναι πως οι υλιστές είναι αυτοί που θα έκαιγαν ένα δάσος για να φτιάξουν ένα εργοστάσιο αλλά οι γενναίοι και λίγο αφελείς ιδεαλιστές τους εμποδίζουν με το να δεθούν πάνω στα δέντρα.Πρόκειται για το παραδοσιακό μοτίβο τεχνοκρατικά καθήκια – βλαμμένοι βρωμιάρηδες tree huggers που αγνοεί ότι στην πραγματικότητα πολλά απ’ τα ανθρωπιστικά ιδεώδη προκύψανε ακριβώς απ’ τις ακραίες μορφές του πολιτικά στρατευμένου υλισμού ενώ πάρα πολλά εγκλήματα απ’ την ιδεαλιστική σκέψη, τόσο αυτή που στρέφεται προς το θεό όσο και αυτή που τον αρνείται αλλά τον διατηρεί στη μεθοδολογία της.

Ο καθηγητής των παιδιών με όλη την σιγουριά λοιπόν ότι έχει σκοτώσει το θεό και είναι ο ηγεμόνας της μικρής του τάξης από φιλοσόφους προχωράει τη λογική του με την πεποίθηση ότι εκπροσωπεί το ακραίο, το ριζοσπαστικό, το στυρνερικό εγώ που μάχεται τους ηλίθιους κολεκτιβιστές ακόμα κι αν χρησιμοποιεί τον κολεκτιβισμό για την επίτευξη των σκοπών του. Όμως ο κύριος Zimit είναι αυτός ακριβώς που εισάγει στο παιχνίδι έναν απόλυτο στόχο, την επιβίωση του ανθρώπινου γένους, τη στιγμή που η πτέρυγα των ιδεαλιστών δείχνει μια σχετική αδιαφορία ή και αποδοχή απέναντι στο θάνατο.


Κάθε φορά που ένας υλιστής βρίσκει το νόημα της ζωής ένα γατάκι πεθαίνει


Β. Σοου μαστ γκοου ον(?)
Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων διακατέχεται από ένα μικρό πραγματάκι που λέγεται ένστικτο της επιβίωσης. Κοινώς 9 στις 10 φορές ο νεαρός με όρους σύμπαντος Χόμο Σάπιενς θα επιλέξει να σώσει την ατομάρα του. Αυτό δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Όπως δεν μπορούμε να δώσουμε μια συγκεκριμένη ηθική χροιά στο να πεινάς και να θες να φας έτσι δεν μπορούμε να βάλουμε την ταμπέλα του καλού ή του κακού στο να κινδυνεύεις και να θες να ζήσεις. Μπορούμε βεβαίως να πούμε ότι θα ήταν πιο πρακτικό να μην πείναγες ή να μην πέθαινες ή να σου καθόταν το γκομένακι που μπάνισες χθες στα εξάρχεια. Ωστόσο είναι άλλο πράγμα η πρακτικότητα και άλλο η ηθική αν και σίγουρα πολλές φορές η μία είναι ένα καλό καταφύγιο από την άλλη.

Ο στόχος της σωτηρίας και διαιώνισης του ανθρώπινου είδους είναι ένας στόχος ιδεαλιστικός και μάλιστα ο τρόπος που προσπαθεί να τον επιβάλλει ο καθηγητής της τάξης φασιστίζει επικίνδυνα. Στα μυαλά πολλών από εμάς η πρόταση «Να σώσουμε το ανθρώπινο γένος» ακούγεται αρχικώς άψογη από ηθική αλλά και υλιστική οπτική. Αν όμως διερωτηθούμε μερικά πραγματάκια όπως:

α) ποιός θα σώσει το ανθρώπινο γένος;
β) από τι θα το σώσει;
γ) συμφωνούμε όλοι ότι πρέπει να σωθεί;
δ) συμφωνούμε όλοι οι θυσίες για τη σωτηρία του αξίζουν πραγματικά;

Ο στόχος αυτών των ερωτημάτων είναι να φιλτράρουν λίγο τα σκατά που μας πετάει η αστική λογική στο κεφάλι ειδικά σε ερωτήματα τύπου προβλήματος υπερπληθυσμού. Όπου η λογική πάει κάπως έτσι:

Α) Μα οι τεχνοκράτες των δυτικών χωρών
Β) Απ’ τα πλήθη των φτωχών που δεν έχουν να φάνε
Γ) Όσοι κερδίζουμε από την ύπαρξη του εννοείται
Δ) Το ίδιο με το Γ.

Είπε η αστική τάξη στην κατώτερη.


Που θέλω να καταλήξω με τα παραπάνω. Πολλές φορές οι θυσίες για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους ταυτίζονται με θυσίες για τη σωτηρία μιας ομάδας του ανθρώπινου γένους που θεωρεί τον εαυτό της ως κομβικό και αδιαπραγμάτευτο για τους υπόλοιπους ανθρώπους. Αλλά οι υπόλοιποι άνθρωποι, οι μη-χρήσιμοι, οι μη-σημαντικοί, συγκροτούν ένα ξεχωριστό υποκείμενο με ξεχωριστά συμφέροντα. Πρώτο και κύριο αυτό της επιβίωσης. Όλες οι κοινωνικές τάξεις και ομάδες μπορούν να μιλάνε στο όνομα της ανθρωπότητας αλλά αν ακριβώς αυτή η ανθρωπότητα δεν πάψει να είναι χωρισμένη σε μη-ισότιμες ομάδες τότε μόνη της θα προωθεί τον αντιανθρωπισμό. Μόνο μια κυρίαρχη τάξη μπορεί να μιλάει γενικώς και αορίστως για τα συμφέροντα του κράτους/έθνους/κόσμου/είδους/θεού. Μια καταπιεζόμενη τάξη έχει χρέος να μιλήσει συγκεκριμένα και ξεκάθαρα ενάντια στο κράτος, ενάντια στο έθνος, ενάντια στον κόσμο, ενάντια στον άνθρωπο και ενάντια στο θεό.

Πουθενά λοιπόν στην ταινία δεν ερωτώνται και δεν συζητάνε στα σοβαρά οι επιζώντες αν όντως επιθυμούν τη συνέχεια του είδους ή έστω δεν προβληματίζονται πάνω σε αυτό. Αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι αν το σκεφτόντουσαν θα καταλήγαν σε αρνητική απάντηση. Θεωρώ όμως ότι σε αντίθεση με πράγματα όπως το φαί, η επιβίωση, ο ύπνος και το σεξ, στόχοι όπως η συνέχιση της ζωής ακόμα και όταν θα είσαι νεκρός είναι περισσότερο μια επιλογή για αισθητικούς και ψυχολογικούς λόγους παρά για ηθικούς και πολιτικούς.

Γ. Του ματς λοοβ γουιλ κιλ γιου.
Ο θάνατος είναι ένα ενδεχόμενο και όχι μια σίγουρη σταθερή κατάσταση. Σε μια αντιστροφή της γνωστής λαικής φράσης, μπορούμε να πούμε ότι όλα τριγύρω μένουν ίδια κι όλα τριγύρω αλλάζουνε. 6000 χρόνια καταγεγραμμένης ιστορίας και δισσεκατομυρίων ανθρώπων που χάθηκαν για πάντα. Κι όμως να, τώρα στις επαρχές του 21ου αιώνα μπορούμε να μιλάμε για γενετική, για νανοτεχνολογία, για cyborgs και για μεταμόσχευση εγκεφάλου. Τόσοι νεκροί για μια αμυδρή ελπίδα να νικήσουμε το θάνατο. Άξιζε τον κόπο;  Απ’ την άποψη των γενιών που προβλέπεται να το ζήσουν ναι. Απ’ την άποψη των γενιών που θυσιάστηκαν για αυτό τότε πιθανόν όχι. Απ’ την άλλη αν θεωρήσουμε ότι αυτές οι γενιές ήταν έτσι κι αλλιώς χαμένες τότε το να συνεισφέρουν στην μελλοντική απαλλαγή της ανθρωπότητας απ’ την οδύνη του θανάτου θα ήταν ίσως η μοναδική τους ανακούφιση.

Ο αγώνας ενάντια στο θάνατο είναι η καλύτερη ψυχοθεραπεία της  καταδικασμένης σε θάνατο ανθρωπότητας ή έστω του τμήματος της εκείνου που δεν πεινάει αφάνταστα πολύ και δεν ξεκληρίζεται στην προσπάθεια του να ξεφύγει από εμφύλιους και επηδημίες. Η αθανασία ή θα είναι πανανθρώπινη ή δε θα υπάρξει κι αν υπάρξει θα είναι απλά ένας ακόμα ταξικός διαχωρισμός ανάμεσα σε αναλώσιμους και αθάνατους. Η εξέγερση των πρώτων θα είναι ίσως ένας αγώνας ενάντια στη ζωή για την αποκατάσταση της ενότητας των κολασμένων. Οι οποίοι ας αποφασίσουν ελεύθερα μετά, ως ένα ή έστω ένα περισσότερο, ενιαίο υποκείμενο τι θέλουν τέλος πάντων να κάνουν με το νέο τους κόσμο.
***

Η ταινία παραμένει λοιπόν μια πικρή ένδειξη των χειρότερων στιγμών της υλιστικής και ιδεαλιστικής νοοτροπίας που τραβηγμένες στα άκρα και χωρίς τη στοιχειώδη μεθοδολογία καταλήγουν σε όλα τα δυνατά σενάρια να καταστρέφουν τον κόσμο και το ανθρώπινο γένος/τα ανθρώπινα άτομα. Ένας υλισμός που παραμένει στην παρατήρηση και όχι στην ανατροπή της κατάστασης, όσο οξυδερκής και να είναι, παραμένει αφάνταστα μηδενιστικός όχι επειδή έχει το κουράγιο να πιστεύει στην αλήθεια αλλά επειδή δεν έχει το κουράγιο να την αμφισβητήσει. Ένας
ιδεαλισμός που δεν παραδέχεται τη συντριπτική του ήττα στις αρχές του 21ου αιώνα και συνεχίζει να γκρινιάζει κατηγορώντας απλά τους εχθρούς του για ναζισμό είναι ένας μεταμοντέρνος φασισμός και τίποτα παραπάνω. Και για να το πούμε και λίγο διαφορετικά. Ο ιδεαλισμός, ο υλισμός, ο κομμουνισμός, ο ανθρωπισμός ,ο αντιανθρωπισμός και ο φασισμός είναι όλα κομμάτια του μεταμοντέρνου ψηφιδωτού ως μια προσπάθεια να ξεπεράσουμε τις μηδενιστικές τάσεις του καπιταλισμού.

Κι αν φτωχικό το
dna σου το βρήκες / η γενετική δε σε γέλασε

Πώς τελειώνει η ταινία; Μα φυσικά με την αποκάλυψη ότι ο καθηγητής είχε στήσει το πείραμα απλά για να δείξει στην Petra πόσο πιο έξυπνος είναι απ’ το αγόρι της. Το αγόρι της πάλι (ο James) σε όλη την ταινία προσπαθεί να αποσπάσει από αυτήν ένα «Σ’αγαπώ» αποτυχημένα. Τελικά το μάθημα τελειώνει μαζί και το σχολικό έτος και το λύκειο. Η Petra καθυστερεί και κάθεται λίγο μόνη της με τον  Zimit ο οποίος της ζητάει να μείνει μαζί του. Παίρνει ένα τελευταίο φιλί για απάντηση και ένα ξεκάθαρο όχι. «Τον αγαπάω» του εξηγεί πριν φύγει για να αρχίσει το καλοκαίρι και έπειτα από αυτό τις σπουδές της και έτσι το ειδύλλιο (που κράταγε κάποιο καιρό όπως καταλαβαίνουμε απ’ τους διαλόγους) τελειώνει. Ο  Zimit μένει στο γραφείο του παρέα με ένα τοστ και ένα περίστροφο. Ποτέ δε θα μάθουμε τι απ’ τα δύο προτίμησε. Αλλά μάθαμε για άλλη μια φορά το ρόλο του έρωτα στο να κάνει μπουρδέλο τη φιλοσοφία.



Να σκοτώσουμε τον Καβάφη που έχουμε μέσα μας σύντροφοι.