Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Serefreshion: Ένα διήγημα για την επίδραση της άμμου πάνω σε ερωτευμένους πνεύμονες και ασέξουαλ συκώτια



Στο Φρανκ και στην Άννα
(δεν είναι λογοπαίγνιο με το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, όντως τους λένε έτσι)





«Ε και τελικά μάλλον θα σε βοηθήσει να το ξεπεράσεις» μου είπε ένας φαλακρός ηλεκτρονικός υπολογιστής από τη Χίο. Ήξερε ότι επρόκειτο σύντομα να ταξιδέψω προς αναζήτηση διακοπών καθώς και τις επιφυλάξεις μου. Η κόκκινη γάτα που κατάφερα να διασώσω από αγέλες σκυλιών με λιποτροπική προσωπικότητα,καμμένα εγκεφαλικά κύτταρα και ανασφάλειες-ζομπι είχε κανά δεκαήμερο να φανεί. Είχα υποψίες πώς είχε μεταβεί στην Πελοπόννησο ή στη βόρειο Ελλάδα προς αναζήτηση της χαμένης της αδερφής που οι κομμουνιστές αντάρτες είχαν καταδικάσει σε θάνατο γιατί δίδαξε τον Φρόιντ στην επαναστατική ταξιαρχία «Γιώργος Γράψας-21Ν».Η γάτα μου πλέον μισούσε τους κομμουνιστές, ενώ η αδερφή της πρέπει να ταν αρκετά χαζή για να βλάψει σε τέτοιο βαθμό την επανάσταση. Ως εκ τούτου και να γύριζε ακόμα η χνουδωτή φίλη μου, οι αγεφύρωτες ιδεολογικές μας διαφωνίες δε θα επέτρεπαν το τακτικό γέμισμα του μπολ της με whiskas αλλά ούτε και την παροχή αγκαλιών και κινηματογραφικών ταινιών σε μένα. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν η καθημερινή παρουσία ενός εργένη ελέφαντα στο σπίτι μου, που έγραφε βέβαια ποιήματα όπως εγώ μα που ήταν αγενέστατος και κουραστικός και συχνά τσαλαπατούσε το βούτυρο στο ψυγείο. Ένας φίλος μου που είναι λιγουλάκι ομοφυλόφιλος μελέτησε τα ποιήματα του Ελέφαντα και κατέληξε πώς υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να με γουστάρει (ο ελέφαντας όχι ο φίλος) μα θα ήταν καλύτερα να μην ενδώσω, γιατί ο τύπος ήταν ψυχάκιας και είχε περίεργες απόψεις για τις ανθρώπινες σχέσεις. Ή είχα εγώ.

Άφησα λοιπόν τον εαυτό μου να πειστεί από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και τον γκέι φίλο μου και αποφάσισα να τραβήξω για Σέριφο. Οι ανασφάλειες και οι φόβοι ξεκίνησαν νωρίς. Ήμασταν τρία άτομα και είχαμε αρκετό χαρτί υγείας αλλά δεν υπήρχαν καθόλου γκόμενες για να φτιάξουμε τζιβάνες, άσε που η ποσότητα χασίς που κουβαλάμε ήταν ελάχιστη και είχα ξεχάσει τα αντικαταθλιπτικά στο σπίτι. Αφού όμως στήσαμε τις σκηνές μας , βρήκα τη λύση που άρμοζε. Καβαλώντας ένας διαστημικό μουλάρι, τράβηξα προς τον πρώτο καλοκάγαθο χωρικό που βρήκα μπροστά μου. Έμοιαζε να είναι στον κόσμο του και χάρηκα που προτίμησα το διαστημικό μεταφορικό μου μέσο (που έχει όμως ψυχή) αντί για κάποιο τυχαίο. Το μουλάρι μου πάτησε ένα γλωσσόφιλο και εγώ φεύγοντας του έκανα δώρο μια κόκκινη σημαία και 8 κάμπιες για μεσημεριανό. Στη συνέχεια στράφηκα στον χωρικό:

«Καλησπέρα σας, λέγομαι Ξενοφώντας και γράφω ποιήματα»
«Καλησπέρα, είμαι ο Γιώργος και γράφω την κουλτούρα στον πούτσο μου» μου απάντησε με ένα υπερβολικά χαζό χαμόγελο, αρκετά αντίθετο με την ατάκα του

Τον κοίταξα από πάνω ως κάτω. Είχε λίγα μούσια και κάποια παραπάνω κιλά (σαν και μένα αλλά σε χειρότερη version) αλλά ήταν πιο mainstream και δεν είχε συναισθηματικό δέσιμο με τις τρίχες του προσώπου άρα θα δεχόταν να ξυριστεί... Ενώ σκεφτόμουν την πρόταση να μετατρέψω την επί 6 χρόνια ελεύθερη σχέση μου με τα δικά μούσια σε κάτι πιο σοβαρό –και αναλογιζόμενος ότι κάτι τέτοιο είναι μάταιο αφού έχω ακόμα το στρατιωτικό- του πρότεινα να ξεκινήσει γυμναστήριο και στη συνέχεια να ζευγαρώσει με το γκέι φίλο μου από την Αθήνα. Ευτυχώς ο τύπος δεν γνώριζε τι σημαίνει η λέξη «ζευγαρώσει» και γλίτωσα το ξύλο. Στη συνέχεια τον ρώτησα επιτέλους αυτά που ήθελα.

«Ω καλοκάγαθε χωρικέ, δείξε μου τον πλησιέστερο δρόμο για τις φυτείες με τις κόκκινες τζίβες και τις κολεκτίβες ντοπαμίνης, μην παραλείψεις ακόμα να με οδηγήσεις στα μέρη εκείνα όπου γυαλιά μυωπίας φυτρώνουν πάνω σε χάπια σεροτονίνης και αποπνέουν μια γλύκα ανυπόφορη για την καρδιά και το μυαλό μου»

Ο χωρικός μου έδειξε τις πλησιέστερες γυναικοπαρέες που άκουγαν ρεγκε και είχαν τζίβες,γυαλιά και γλυκό πρόσωπο. Μα ξαφνικά το μεγάφωνο άρχισε να παίζει placebo και εγώ συνειδητοποίησα ότι  η επανάσταση είχε χαθεί για σήμερα. Ξεκρέμασα την δεύτερη κόκκινη σημαία που είχα και αναρωτήθηκα που στον πούτσο είχε πάει το διαστημικό μουλάρι. Φιλούσε αρκετά ωραία αυτό το ζώο αλλά με έκανε να νιώθω λίγο...κάπως. Ίσως να φταίει η μέρα που μπήκα στο πανεπιστήμιο ή το γεγονός ότι με γούσταρε αλλά ήθελε να κάνουμε σεξ μόνο μέσω τηλεφώνου.

Προσπαθώντας να ξεχάσω –πάντα υπό τα άσματα των placebo- τις κτηνοβατικές εμπειρίες μου τις οποίες κάποια μέρα θα μετέτρεπα σε ποιήματα, χάιδεψα από αμηχανία τα μούσια μου ψιθυρίζοντας τους «Μην στεναχωριέστε, 9 μήνες θα κάνω μόνο και μετά θα είμαστε μαζί...κανείς δε θα μας χωρίσει» και εκείνα μου απάντησαν ότι βεβαίως να μείνουν ένα διάστημα μαζί μου αλλά ντάξει καλό θα ήταν να το βλέπαμε λίγο πιο προς το φιλικό το θέμα. Δεν είχε νόημα να συνεχίσω τη συζήτηση μαζί τους και τράβηξα προς την παραλία, άλλωστε αν δεν δέχονταν να με παντρευτούν υπήρχε πάντα η δυνατότητα λόγω του χρώματος τους (κόκκινα) να τα κάνω δώρο στη γάτα μου ή αν δω ότι δεν μπορώ να την ξεχάσω να τα χαρίσω από πείσμα στους αντάρτες της βόρειας Ελλάδας που πολεμάνε τον Φρόιντ αλλά καλό θα ήταν να πολεμήσουν λίγο και το σύστημα.

Είχα δεν είχα απλώσει την ψάθα όταν συνέβη κάτι το μαγευτικό... οι τηλεπικοινωνίες κόπηκαν ξαφνικά ,οι φωνές των φίλων μου δεν ακούγονταν και το μεγάφωνο σταμάτησε να παίζει placebo. Τότε την είδα. Είχε μια τζίβα μόνο και μαλλιά χρώματος ανάμεσα στο καστανό και στο μελαχρινό. Το μαλλί της σχημάτιζε τις ωραιότερες μπούκλες που είχα δει ποτέ ενώ στο μελιστάλαχτο πρόσωπο της ένα τσιγαριλίκι ζούσε τις τελευταίες στιγμές της υπάρξεως του πριν την αποτέφρωση στα Άουσβιτς της μαστούρας. Ντάξει είχε κάτι θεματάκια με το στήθος αλλά σε ένα ζευγάρι δεν μπορούν να έχουν και οι δύο. Ακριβώς σαν τα αρχίδια. Άλλωστε «Εγώ είμαι υπεράνω τέτοιων θεμάτων» της είπα όταν με ρώτησε την άποψη μου για το κορμί της.

«Τι κάνεις;» την ρώτησα, μιας και οι ικανότητες μου να σπάω τον πάγο είναι γνωστές στην πλειοψηφία των γυναικών,ανδρών και ζώων που είχαν την ευτυχία να τραβήξουν το ενδιαφέρον μου

«Κλαίω» μου απάντησε
«Όλοι κλαίμε» της είπα σιγανά

Είχε γύρει στο πλάι μου και παρακολουθούσαμε την καλύτερη ταινία που μπορούσε να μας προσφέρει το κυκλαδίτικο τοπίο, λίγο ακόμα και θα βρίσκα το κουράγιο να την φιλήσω αλλά εκείνη τη στιγμή φύσηξε  ο χειρότερος άνεμος που έχω συναντήσει. Μαγιώ,πετσέτες,κινητά και το φλασάκι μου εξαφανίστηκαν στη θάλασσα. Αργότερα έμαθα πώς ένας καρχαρίας τα βρήκε και εξέδωσε τα ποιήματα στους εκδοτικούς του Ειρηνικού Ωκεανού αλλά τα άλλα ψαράκια δεν ψάρωσαν και τα αντίτυπα έμειναν απούλητα.

Πίσω στην ιστορία μας όμως

Τελείως γυμνοί, χωρίς τα σίδερα του πολιτισμού να μας μαντρώνουν, θα έλεγε κάποιος ότι όλα είχαν πάρει το δρόμο τους. Μα εγώ είχα τόσο στεναχωρηθεί για το φλασάκι που όντως άρχισα να κλαίω. Δεν ξενέρωσε –να ναι καλά το κορίτσι- αλλά με ρώτησε τι το τόσο σημαντικό είχα εκεί μέσα.
Και ενώ ήμουν έτοιμος να λυγίσω και να της πω μια μετριασμένη εκδοχή της αλήθειας μπας και κάνουμε έρωτα, η μουσική του «song to say goodbye» ήχησε ξανά. Δεν άντεχα άλλο και της το είπα

 «Κάτι ποιήματα για τους placebo»
«Ακούς Placebo;» με ρώτησε έντρομη

Έσκυψα το κεφάλι και ενώ αναρωτιόμουν σιωπηλά γιατί δεν είχα πάει καλύτερα να πολεμήσω εθελοντής στη Συρία, της απάντησα «Αυτή είναι η αλήθεια»
«Ρηχός και μουνόδουλος» μου είπε φεύγοντας και παρατώντας με μόνο μου στην παραλία.

Τη συνέχεια την φαντάζεστε

Λίγες μέρες μετά η ζωή στο κάμπινγκ κυλούσε πιο ήρεμα. Είχα ξεχάσει τον Ελέφαντα,το Μουλάρι , τη Τζιβάτη γκόμενα που μου ριξε Χ (φταίω και εγώ κάπως) αλλά φυσικά όχι τη γάτα μου. Πέρασα την κάρτα SIM στο κινητό ενός φίλου μου για να την πάρω τηλέφωνο – μου έλειπε πολύ ξέρετε, ακόμα και όταν είσαι κακός με τις γάτες, στην πραγματικότητα το κάνεις με το ζόρι- αλλά εις μάτην. Μόλις οι φίλοι μου συνειδητοποίησαν τι ήθελα να κάνω με μαυρίσανε στο ξύλο και με βγάλανε έξω για κρασί το ίδιο βράδυ. Ήταν το καλύτερο κρασί που έχω πιεί ποτέ. Παραδίπλα στο BAR καθόταν και η τύπισσα με το νέο της αγόρι, δεν την πρόσεξα γιατί ήμουν στο ιντερνετ ή μάλλον την πρόσεξα ακριβώς γιατί ήμουν στο ιντερνετ. Η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι ανάγκη να είσαι ευγενικός με οδήγησε να γράψω ποιήματα στην τουαλέτα του μαγαζιού, ενώ ο κοκάκιας σερβιτόρος με συμβούλευσε να ξεσπάσω μια δυο μέρες αλλά αν το συνεχίσω περισσότερο θα μου καεί το κεφάλι. Τα ποιήματα μου ήταν υπέροχα πάντως κι ουδόλως με έννοιαξε η επίδραση τους στην κοινωνία, πάντως η κοινωνία στο εξής θα με έβλεπε με άλλο μάτι.

Κι άλλος καιρός πέρασε και η ώρα της επιστροφής είχε φτάσει. Επιβιβαστήκαμε σε ένα ταξί και βλέποντας με κάπως θλιμμένο ο ταρίφας ρώτησε

«Τι έχεις αγόρι μου;»
« Ναι κάνε ότι δεν ξέρεις κιόλας» του απάντησα με ύφος γκόμενας που της τα φόρεσε ο δικός της (βασικά έτσι κάνουν; δεν ξέρω πάντα φερόμουν υπέροχα )

Αρχικά έμεινε λίγο μαλάκας αλλά στη συνέχεια , χάρη στη διακριτικότητα που χαρακτηρίζει το εν λόγω επάγγελμα, γύρισε προς τους φίλους μου και ρώτησε

«Καλά μαλάκας είναι;»
«Ακούει placebo, μην τον παίρνεις σοβαρά»
«Α καλά κατάλαβα» είπε ο τάριφας με σκοτεινό ύφος που συνοδεύτηκε από σκυλάδικα στη διαπασών. Όταν τελικά με άφησε σπίτι μου του είπα πώς τον αγαπώ και δεν θα τον ξεχάσω ποτέ. Πάτησε γκάζι και έφυγε.

Το σπίτι ήταν σκοτεινό και άδειο. Οι γονείς έλλειπαν προφανώς απογοητευμένοι από τις επιλογές τους γιου τους και τη σχέση του με «τρομοκρατικές ομάδες που σφάζουν κόσμο». Πάνω στο γραφείο μου υπήρχε η τελευταία ποιητική συλλογή μιας φίλης με τίτλο ‘’ερμαφρόδιτα’’ «Άλλη μια τύπισσα με ψυχολογικά που αυτοεκφράζεται» σχολίασα εκνευρισμένος πετώντας τη συλλογή στα σκουπίδια αλλά κρατώντας το εξώφυλλο προς βελτίωση της σεξουαλικής μου ζωής, μετά σκέφτηκα να την πάρω τηλέφωνο για να ζητήσω συγνώμη που πέταξα τα ποιήματα της αλλά ήμουν πολύ κουρασμένος και ήθελα λίγο αγάπη.

«Γύρισαααα» φώναξα δυνατά μήπως και με ακούσει ο Ελέφαντας που τρώει το βούτυρο μου. Ήξερα από τώρα ότι δε θα του καθόμουν αλλά είχα ανάγκη για λίγο παρέα με κάποιον που ψήνεται να μου χαϊδεύει τα αφτιά ή κάτι τέτοιο. Παρόλα αυτά ο Έλεφας δεν ανταποκρίθηκε στις ημι-ερωτικές-ημί-σε-βλέπω-σα-φίλο κραυγές μου. Ήξερα τι να κάνω για να αντιμετωπίσω το πρόβλημα. Του έβαλα σε ένα μπολ λίγο βούτυρο και κόκκινα κεράσια που ήξερα ότι του αρέσουν (προτιμώ τις φράουλες προσωπικά). Σύντομα ήρθε κοντά μου αλλά παραήταν εκδηλωτικός

«Σου έχω πει τόσες φορές ότι...» αγρίεψα
«ξέρω ξέρω» απάντησε και τραβήχτηκε λίγο πιο εκεί

Σα να μετάνιωσα μέσα μου για τη συμπεριφορά μου. Έχουμε 2 διπλά άδεια κρεβάτια σπίτι και θα ταν κρίμα να πάνε χαμένα, απ’ την άλλη το βραδινό σεξ με ελέφαντα ίσως ήταν καταδικαστέο από την κοινωνία και ειλικρινά είχα από χρόνια εξαντλήσει τα περιθώρια ανοχής των γειτόνων μου. Παρόλα αυτά τον αγκάλιασα

«Έγραψες κανά ποίημα ρε;» τον ρώτησα
«Ναι έγραψα μερικά για την εργατική τάξη» μου απάντησε αναθαρρώντας από την αγκαλιά μου.
«Κανένα ερωτικό;» του είπα με νόημα
« Όχι ακριβώς ερωτικό» μου είπε «αλλά σίγουρα έχει αναφορές στη γάτα του σπιτιού που έφυγε πριν μέρες»

Διάβασα το ποίημα για τη γάτα, όσο περισσότερο διάβαζα όμως τόσο περισσότερο ξεχνούσα την ανάγκη ικανοποίησης συγκεκριμένων αναγκών πάνω στον ελέφαντα και παρασυρόμουνα στα γραπτά του. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί τη γάτα μου έτσι...βρε λες;
Τελικά τελείωσα το ποίημα και του το επέστρεψα. Με κοίταξε στα μάτια «Πάμε να ξαπλώσουμε κάπου πιο άνετα;» μου είπε κάνοντας ξεκάθαρες τις προθέσεις του.

Χαμογέλασα. «Θα είμαστε πιο άνετα αν κοιμηθεί ο καθένας μόνος του» είπα ευγενικά αλλά σταθερά.

Κατάλαβε τι εννοούσα και με σκυμμένο κεφάλι πήγε προς το δωμάτιο του ενώ το ίδιο έκανα και εγώ.
Στα μισά της διαδρομής γύρισα και του είπα

«Είσαι κομπλέ παιδί ρε, μ’αρέσουν τα ποιήματα σου»

Δεν άκουσα τι μου είπε αλλά πάνω κάτω έμοιαζε σαν «Δε μας γαμάς και εσύ παλιομαλάκα»

Πέρασε και άλλος καιρός από τότε. Η ρουτίνα επέστρεψε στις καρδιές μας και περιμένοντας το επόμενο μικρό ταξιδάκι, σκορπάω το χρόνο μου σε βόλτες μακριά από το κέντρο και σε γυμναστήρια. Τα βράδια γυρίζω σπίτι και βλέπω τον ελέφαντα αγκαλιά με τη νέα του σχέση, ένα θηλυκό ελεφαντάκι κάπως μικρότερο του. Όλα πήραν το δρόμο τους κι εγώ αναρωτιέμαι ακόμα αν θα τελειώσει με νίκη των κομμουνιστών ο εμφύλιος κι αν θα γυρίσει πίσω η γάτα μου από τον πόλεμο στην επαρχεία. Σε κάθε περίπτωση καλό καλοκαίρι.






Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

RIP αλλά τι είναι το Peace




Η Κατερίνα πέθανε κάτι παραπάνω από 75 χρονών

Δε θέλω να αναφερθώ σε επώνυμα, να αναφερθώ στους δικούς μου δεσμούς με το εν λόγω πρόσωπο ή να δώσω κάποιο πιο επίσημο τόνο. Είχα μια πρόταση να καταθέσουμε στεφάνι με πολιτική χροιά. Την απέρριψα. Μη με περάσετε για απολιτικ αλλά πραγματικά πιστεύω ότι αν δεν αφήσουμε και λίγο ελεύθερους τους ανθρώπους - ειδικά τους ταλαιπωρημένους - μετά το θάνατο τους τότε πραγματικά ξεπερνάμε κάθε όριο απανθρωπιάς. Ούτε τα μάρμαρα και οι παπάδες χρειάζονται, ούτε οι καφέδες και οι χαιρετούρες. Ναι ευχαριστώ για τα συλλυπητήρια, χαίρομαι που μου λες ότι αδυνάτισα αλλά βγάλε το σκασμό. Ησυχία και λίγα μέτρα γης αρκούν για τον κάθε άνθρωπο.

Η Κατερίνα ήταν ένας ταλαιπωρημένος άνθρωπος. Δεν έζησε καμία χαρά πλην μισή χαρά της οικογένειας (και αυτή με το ζόρι). Οδήγησε στρατεύματα ανταρτών στην κατοχή και στον εμφύλιο όντας μικρό παιδάκι με κίνδυνο την εκτέλεση.Πείνασε, πείναγε και μετά την κατοχή και κόντεψε και να πεινάσει πάλι πριν τον θάνατο της. Ο αγαπημένος της αδερφός έκανε στη Μακρόνησο όντας αναρχικός που υποστήριζε το ΚΚΕ (ναι ναι συμβαίνουν και αυτά) και η Κατερίνα τον επισκεπτόταν κάνοντας τα στραβά μάτια στις κακοποιήσεις που λάμβαναν μέρος από τους "φρουρούς". Η Κατερίνα δεν σπούδασε. Ήταν έξυπνη αλλά μια έξυπνη γυναίκα τότε δεν ήταν και πολύ παραπάνω από ένας εκπαιδευμένος σκύλος. Είχανε άρρωστο στην οικογένεια και κάποιος έπρεπε να τον φροντίζει καθημερινά...κι ο κλήρος πέφτει στο κορίτσι που παρατάει φυσικά το σχολείο προς θλίψη καθηγητών που όντως την πίστευαν.

(Την ίδια πορεία πάνω κάτω θα ακολουθούσε μετέπειτα και η κόρη της)

Η Κατερίνα παντρεύτηκε. Τον ήθελε. Ο αδερφός της δεν συμφωνούσε (και δικαίως) αλλά δεν ανακατεύτηκε γιατί στο μεταξύ είχε γυρίσει από τις εξορίες και τις σπουδές και τις καλλιτεχνικές του απόπειρες και η πλάστιγγα έκανε ένα κλικ προς την αριστερή βερσιόν του προοδευτισμού. Βέβαια ο τύπος ήταν καθήκι. Ξύλο, κέρατο, μεθύσια και άλλα λοιπά. Η Κατερίνα έκανε θυσία για την οικογένεια και έμεινε. Για μενα δεν έπρεπε να το κάνει. Ας μεγάλωναν καλύτερα τα παιδιά με τη μάνα τους μόνο. Καλύτερα μια μάνα που δεν τρώει ξύλο παρά μια "φυσιολογική" της εποχής οικογένεια. Ακούς κάτι τέτοιες ιστορίες και παύεις να κράζεις τις φεμινίστριες γιατί σε αντίστοιχη θέση δε βρέθηκες κι ούτε θα βρεθείς ίσως... 

Η Κατερίνα έκανε παιδιά και τα μεγάλωσε.Τα αποτελέσματα μεικτά. Ικανοί άνθρωποι αλλά αδικημένοι λόγω εποχών, κάποιοι άλλοι καθήκια μεγάλα που μοιάσαν στον πατέρα τους. Κάποιοι γινήκαν κομμουνιστές, άλλοι χρυσαυγίτες. Τα άκρα δεν ταυτίζονται βέβαια αλλά σίγουρα οι κομμουνιστές την αγαπούσαν περισσότερα. Απέκτησε και εγγόνια. Η καλύτερη σοδειά της οικογένειας μεχρί τώρα εκτός από τον εγγονό που βγήκε λίγο ψυχάκι και αυτή την περίοδο είναι στις μαύρες του. Κάτι για μια γκόμενα και για την Κατερίνα που έχασε μετά από χρόνια. Όλα καλά παιδιά που κάνανε βέβαια για αρκετά χρόνια τις μαλακίες τους αλλά τώρα σιγα σιγά αποκαταστούν σχέση με την πραγματικότητα.

Η Κατερίνα πέθανε λοιπόν. Καρκίνος και Καρδιά. Κάπνιζε πολύ και ήταν καλός άνθρωπος. Αναμενόμενο μα και πάλι άδικο. Το να σχολιάσεις κάτι πάνω στον θάνατο του άλλου είναι δύσκολο. Το πολύ πολύ να συμβουλεύσεις κάποιον συγγενή να μην στεναχωριέται. Αλλά βλακείες και μπούρδες. Αντί να πεις σε κάποιον να μην στεναχωριέται καλύτερα να σεβαστείς αυτό το συναίσθημα της θλιψης και να μην απαιτείς να το ξεπεράσει αμέσως γιατί δεν πρόκειται. Κανονικά αν η ανθρωπότητα είχε λίγο τσίπα και αξιοπρέπεια πάνω της, κάθε φορά που πέθαινε ένας ταλαίπωρος άνθρωπος θα καιγόντουσαν εκκλησίες και θα πεφταν κυβερνήσεις. Το τέλος της ζωής, μιας βασανισμένης ζωής σε υποχρεώνει αν δεν είσαι τελείως ζώον να κάψεις το κεφάλι σου και να αντιληφθείς πώς πίσω από το background των σάπιων αστικών κέντρων και της εξίσου αντιπαθητικής επαρχίας δεν υπάρχει τίποτα παραπάνω από καμμένη γη. Και η φωτιά που καίει το background στην πραγματικότητα χτίζει κάτι σε αυτή τη γη.

Αλλά εις μάτην. Η ανθρωπότητα δεν έχει ακόμα τσίπα και ο γραφών είναι πολύ κουρασμένος για να συνεχίσει την ανάρτηση. Εύχεται ειλικρινά στην πραγματικότητα να έκλειναν όλοι μπλογκς και φεισμπουκ και να βγαινε με μια συγκεκριμένη τύπισσα να της κλαφτεί όχι για αυτήν μια φορά αλλά για νέα πράγματα. Αλλά επειδή η ζωή, αυτή η μετά βίας υλική και συναισθηματική επιβίωση πρέπει να συνεχιστεί, κι ας γράφουμε ποιήματα για την αυτοκτονία, ας κρατήσουμε μερικά πράγματα.

Η Κατερίνα πέθανε και αυτό δεν αλλάζει. Δεν υπάρχει θεός. Ο παπάς μας ζήτησε να προσευχηθούμε για τη σωτηρία της ψυχής της. Θα έλεγα ότι αν υπήρχε θεός θα έπρεπε αυτός να εξομολογηθεί μπροστά στην Κατερίνα. Έχει μεγάλο θράσος η μεταφυσική σκέψη και παίζει με τον πόνο των υλιστών που δεν έχουν που να ξεσπάσουν. Δεν υπάρχει ποτέ δικαίωση για το νεκρό, μόνο ωφελιμιστική μεν, δίκαιη δε εξαγωγή συμπερασμάτων για τις επόμενες γενεές. Κι αν πρέπει τώρα στην τελευταία παράγραφο να προτείνω ένα δικό μου συμπέρασμα είναι το εξής: Να σέβεστε τα συναισθήματα σας , σα να ταν άνθρωποι δικοί σας, κολλητοί ή αδέρφια. Να τους παραχωρείτε χώρο, χρόνο, τόπο και να μην τα καταπιέζετε. Πάνω απ' όλα μη τα βλέπετε σαν εχθρό για την ανέλιξη ή την επιβίωση σας. Αφήστε ακόμα και τα πιο δυσάρεστα από αυτά να κάνουν τον κύκλο τους δε θα σας μαλώσει κανείς κι αν το κάνει πείτε του ότι γαμιέται. Σε μια πιο δίκαιη κοινωνία θα είχες χρόνο να κλάψεις. Και τότε ως εκ του θαύματος θα κλαιγες λιγότερο.