Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Λογοτεχνική Φιλοξενία

Σήμερα θα φιλοξενήσουμε στο blog το διήγημα ενός φίλου και συναγωνιστή. Έχοντας περάσει και εγώ τη φάση που φορτωνόμουν σε φίλους blogers να ανεβάσουν κάτι δικό χαίρομαι ιδιαίτερα που ανταποδίδω σε κάποιον άλλο αυτή τη χάρη.

Το διήγημα λέγεται "Μια ερωτική Ιστορία" και είναι το μόνο νορμάλ για διηγήμα πράγμα που θα βρείτε στο κείμενο που ακολουθεί. Δηλώνω ότι εμένα προσωπικά μου άρεσε αν και το βρήκα τόσο αναντίστοιχο με την πραγματικότητα που δεν μπόρεσα να ταυτιστώ. Χαίρομαι πάντως που κάποιοι βρίσκουν τη δύναμη να γράφουν για νικηφόρες επαναστάσεις του μέλλοντος.

Τα χαιρετίσματα μου λοιπόν στο φίλο και συγγραφέα



Μια Ερωτική ιστορία


Καρδιά, η μυς του σώματος που ελέγχει την ροή του αίματος, τη ζωή
Η πηγή του έρωτα που δίνει νόημα στη ζωή


Ανώνυμου, γράφτηκε κάπου στα βουνά της Μακεδονίας

Ο άνθρωπος δεν είναι από τη φύση του σκληρός ή βάρβαρος
Η βία που δέχεται ξυπνά το κτήνος μέσα του

και το κτήνος πεινάει

Ανώνυμου, γραμμένο σε ένα βράχο στη βοιωτία λίγο πριν την πτώση της πόλης


Επιτέλους το κόκκινο λάβα κυματίζει πάνω απ' την Πόλη. Το κρεμάσαμε στο χοιροστάσιο της δημοκρατίας τους, τον ναό του αίσχους, εκεί όπου βασιλείς και αργότερα βουλευτάδες αποφάσιζαν τους τρόπους για την απομύζηση του λαού

Παρευλάνουμε στην πόλη, έτσι όπως είμασταν όταν κατεβήκαμε από τα βουνά.Αξύριστοι,άπλυτοι με βρώμικα ρούχα αλλά ελεύθεροι.Όσο ελεύθερος μπορεί να είναι ο άνθρωπος σε μια κοινωνία όπου υπάρχει το κράτος, αν και το κράτος που χρίζουμε με τον αγώνα μας είναι το δικό μας κράτος.

Μαζί μας είναι οι χιλιάδες εργάτες που μέσα από τις απεργίας πληρωνοντας με αίμα και κινούμενοι από οργή οδήγησαν στην πτώση της τυρρανίας και μας άνοιξαν τις πύλες της πόλης. Στις ομιλίες μας μιλάνε κάποιοι από τους πολιτικούς κρατούμενους, πολλοί ακρωτηριασμένοι. Ο λόγος τους ακούγεται σαν το σ φύριγμα ενός δυνατού ανέμου. Η καρδιά που καίει στα βασανισμένα κορμιά τους, καίει σαν φλόγα που δεν μπορούν να τη σβήσουν τα βασανιστήρια και η κτηνωδία που υπέστησαν.

5 λεπτά σιωπής για όσους συναγωνιστές δεν είναι πια εδώ, σε όσους πότισαν με το αίμα τους το δένδρο της ζωής και της ελευθερίας. Δακρύζω. Δεν είμαι ο μόνος. Αύριο θα κτίσουμε τον νέο κόσμο αλλά σήμερα η μέρα ανήκει σε εμάς...

Φεύγω και πάω στο νεκροταφείο. Εκεί είναι ο τάφος της. Μια απλή πέτρινη πλάκα

"Μου έλειψες" λέω στον εαυτό μου
και μετά σιωπή... Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που έφυγα και ενώθηκα με τον λαικό απελευθερωτικό στρατό.

Η καρδιά μου έμεινε εδώ. Πριν χωρίσουμε για πάντα μετά το τελευταίο το ύστατο φιλί. Της είπα πως η ζωή μου ανήκει σε αυτήν. Όταν πολεμούσαμε εκεί έξω σκεφτόμουν πως πρέπει να νικήσουμε. Για μένα, για αυτήν για Εμάς. Και όμως το καθεστώς που γκρεμίσαμε έπρεπε να χορτάσει και με το δικό της αίμα. Την εκτέλεσαν πριν ένα χρόνο. Κατηγορία; Μοίραζε προκηρύξεις.

Αφήνω στον τάφο ένα τριαντάφυλλο και το παράσημο που μου έδωσαν όταν μπήκα από τους πρώτους στην πόλη. Νιώθω πόνο. Βγάζω το περίστροφο μου, το βάζω στον κρόταφο και πατάω την σκανδάλη.

Είμαι νεκρός. Πέθανα αυτό το απόγευμα. Πλέον δεν είμαι αυτός που ήμουνα. Δε θα είμαι ποτέ ξανά. Στο στήθος μου δεν χτυπάει μια ζεστή ζωντανή καρδιά αλλά μια σκληρή, χαλύβδινη.

Νύχτα. Η παρέλαση των ηττημένων. Δε θέλαμε κάτι τετοιο οι περισσότεροι όταν ανεβήκαμε στο βουνό αλλά η βία, η καταπίεση και η εξαθλίωση έκαναν τους ανθρώπους να  διψούν για το αίμα αυτών που τους έκλεψαν τα όνειρα και κατέστραψαν τις απλές ζωές που ήθελαν να έχουν.

Ακούγεται μια μονότονη σκληρήμ ουσική που αυξάνει την επιθετικότητα του πλήθους. Μέσα απο την κεντρική λεωφόρο περνούν αυτοί. Όσοι δεν πέθαναν και είχαν την ατυχία να πέσουν στα χέρια μας. Δημοσιογράφοι, αστυνομικοί της ειδικής ασφάλειας, μισθοφόροι, υπουργοι,δικαστές,τραπεζίτες,στελέχη αστικών κομμάτων,βουλευτές,βιομήχανοι. Με σκυμμένα κεφάλια, ντυμένοι με κουρέλια. Κάποια κλαίνε. Ξαφνικά η βία που εξαπέλυσαν αγγίζει τις τρίφυλλες ζωές τους, οι καρδιές τους μαλακώνουν.

Μπροστά τους προχωρεί ένας άνδρας με ντουντούκα και φωνάζει υβριστικά συνθήματα. Πολλοί απ το πλήθος πετούν πέτρες. Κάποιοι σπάνε τον κλοιό της πολιτοφυλακής και ξυλοφορτώνουν μερικούς από τους υπαίτιους της δυστυχίας τους.

Η πομπή φτάνει στην πλατεία. Εκεί μιλάει ο αρχηγός της μεραρχίας Αττικης. Μας θυμίζει όλη την σταδιοδρομία μας, τους αγώνες, τις προδοσίες, τις αγριότητες του καθεστώτος, τα αίσχη του και την αθλιότητα του.Μετά μιλάει ο πολιτικός υπεύθυνος

"Σήμερα ο παλιός κόσμος πεθαίνει, ζήτω ο νέος κόσμος της Ζωής που γεννιέται μέσα από το αίμα, το σίδερο και τη φωτιά"

"Και τον έρωτα" σκέφτομαι εγώ

Μας λέει πως εμείς, η εθελοντική ομάδα εκτέλεσης είμαστε η σφύρα της επανάστασης, οι χειρούργοι που αφαιρούν το καρκίνωμα. Μίσος, πολύ μίσος. Αλλά η αγάπη και ο οίκτος για τον εχθρό που είναι χειρότερος από μανιασμένο θηρίο είναι έγκλημα. 30 χιλιάδες ανθρωποι πέθαναν από την πείνα , 60 χιλιάδες από αρρώστειες, φάρμα υπήρχαν αλλά μονο για όσους είχαν λεφτα να τα αγοράσουν, 150 χιλιάδες πέθαναν στον πόλεμο της ζωής και του θανάτου, δεκάδες χιλιάδες εκτελέστηκαν και πολλοί περισσότεροι βασανίστηκαν ταπεινώθηκαν και βιάστηκαν. Ολόκληρα χωριά κάηκαν. Ποιο έλεος; ποιός οίκτος λοιπόν; Ο ίδιος ο πολιτικός υπεύθυνος έχασε όλη την οικογένεια του...Δεν έκαναν κάτι απλά ήταν οι άνθρωποι του

Μισώ τη βία, άλλο είναι να αντιμετωπίζεις τον εχθρό με το όπλο στο χέρι και άλλο να τον σφαγιάζεις μετά την ήττα του. Αλλά το κτήνος που ξύπνησε μέσα στο σκοτάδι του νεκρού έρωτα μου μετα μαύρα φτερά, μου οπλίζει το χέρι. Ας είναι το τελευταίο αίμα που θα χύσω, αίμα βρώμικο, αίμα ένοχο. Θα χυθεί για να μην χυθει άλλο αίμα, αν τους αφήναμε ο πόλεμος θα συνεχιζόταν, είναι σύμβολα και οι οπαδοί τους και οι μισθοφόροι τους ελέγχουν μεγάλες περιοχές τις χώρας ακόμα. Όταν κόψεις όμως το κεφάλι του φιδιου αυτό πεθαίνει.

Όσοι γεννηθούν θα ζήσουν σε έναν κόσμο ανθρώπινο χωρίς βία και μίσος και εγώ είμαι ο λυτρωτής. Τους κοιτάζω...τρέμουν

Πυροβολώ πρώτος, μετά πυροβολού οι άλλοι. Οι σφαίρες τελειώνουν και βγαίνουν τα μαχαίρια. Στα πρόσωπα τους βλέπω τους γονείς που χάθηκαν από τύφο ενώ με κοιτούσαν με βλέμμα απελπισίας, τον φίλο που έγινε κομμάτια από την νάρκω, την βιασμένη γυναίκα καρφωμένη πάνω στην πορτα του σπιτιού της, το παιδί της που του έβγαλαν τα μάτια, το κορίτσι που ήθελε να γίνει δασκάλα και μτε έγινε πόρνη, τα μάτια της που είχαν την σπιρτάδα της ζωής και σιγα σιγά έμειναν 2 σβησμένα κάρβουνα γεμμάτα από φοβο, φόβο για τη ζωή. Βλέπω τη γυναίκα που αγάπησα και θα την αγαπώ όσο η καρδιά μου χτυπάει.

Πρωί, το ραδιόφωνο αναγγέλει την πτώση της Τρίπολης και την παράδοση των Αφγανών μισθοφόρων που φρουρούσαν την Κρήτη, στασίασαν και εκτέλεσαν το διοικτηή του νησιού. Πάω στον τοίχο που τη σκότωσαν.

Έχω πολύ καιρό να γράψω ποίηση, δεν ισχυρίζομαι πως ήμουν ποτέ καλός αλλά τι είναι η ποίηση πέρα από την έκφραση της ψυχής; Στον τοίχο γράφω με το αίμα μου το πρώτο και το τελευταίο μου ποίημα γραμμένο με αίμα.



Η Καρδιά σου πια δεν χτυπά
Αλλά μια άλλη καρδια στη γη χάμω εσένα θα ζεσταίνει
Δικός αιώνια...Δική μου για πάντα